Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Ψ.Ν.Α. - "Δαφνί" - Η προστασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και η διαφύλαξη των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων.


Με αφορμή την υπόθεση επώνυμης καταγγελίας συγγενών νοσηλευόμενης, στην οποία αναφέρεται παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων της στο Ψ.Ν.Α.– “Δαφνί”, η οποία δημοσιοποιήθηκε στον Τύπο (βλ. εδώ), καθώς και το δημοσίευμα που ακολούθησε και αναφέρεται στο ενδεχόμενο να στραφεί νομικά η διοίκηση του εν λόγω ιδρύματος “κατά των υπογεγραμμένων της καταγγελίας για την  νοσηλευόμενη ψυχικώς πάσχουσα στο ίδρυμα, οι οποίοι αποκάλυψαν πολύ προσωπικά δεδομένα της ψυχικώς πάσχουσας” (βλ. τα σχετικά άρθρα εδώ και εδώ), σημειώνουμε τα εξής, αφού προηγουμένως διευκρινίσουμε πως οι πληροφορίες μας βασίζονται στα στοιχεία που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, χωρίς να έχουμε πρόσβαση στις λεπτομέρειες της υπόθεσης, και ειδικότερα στη φράση “ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα”, η οποία υπονοεί την υπαγωγή της εν λόγω καταγγελίας στις διατάξεις του ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα".

Με βάση και μόνον τα σχετικά δημοσιεύματα, κατά την άποψή μας, δεν προκύπτει καμιά απολύτως ποινική ευθύνη των καταγγελλόντων -  συγγενών της παθούσης, οι οποίοι συνέταξαν καταγγελία, απευθυνόμενη σε αρμόδιους φορείς και ταυτόχρονη κοινοποίηση στον Ημερήσιο Τύπο, με σκοπό τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της πάσχουσας από την αναφερόμενη κακομεταχείρισή της από το ίδρυμα, επειδή στο κείμενο της καταγγελίας, και προκειμένου να στοιχειοθετηθούν οι ισχυρισμοί τους για τη συμπεριφορά των υπευθύνων του ιδρύματος, αναφέρεται η ασθένεια της πάσχουσας, για τους κατωτέρω ενδεικτικά αναφερόμενους λόγους:

1) Διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα -στην οποία συμπεριλαμβάνεται και “η διαβίβαση ή διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση” (άρθρο 2 παρ. δ’, ν. 2472/1997)-, ναι μεν επιτρέπεται “μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του” (άρθρ. 5 παρ. 1, ν. 2472/1997), όμως κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεσή του, εκτός των άλλων, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν η “επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου, εάν αυτό τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του” (άρθρο 5 παρ. 2γ’, ν. 2472/1997).

2) Διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφού, κατά τη νομολογία, δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες, των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί ελλείπει το “αρχείο” (και συνακολούθως η επέμβαση σε “αρχείο”) ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση που η πάθηση περιήλθε σε γνώση των καταγγελλόντων επειδή τη βίωσαν υπό την ιδιότητά τους ως συγγενών της παθούσης.
Αυτό άλλωστε συνάγεται ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων των παρ. 4 και 6 του άρθρου 22, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι, όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα "από μόνος του", αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν στοιχειοθετείται το εν λόγω έγκλημα.

3) Διότι, σε κάθε περίπτωση, το αδίκημα της προσβολής "ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων" πραγματώνεται με επέμβαση δίχως δικαίωμα σε (παράνομα ή νόμιμα) αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με λήψη γνώσης αυτών, με αφαίρεση, με επεξεργασία, με μετάδοση, με ανακοίνωση, με γνωστοποίηση σε τρίτους κ.λπ. 

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι, όπου ο νόμος προστατεύει ποινικά το απόρρητο του ιατρικού δεδομένου (όπως λ.χ. η περίπτωση παραβίασης επαγγελματικής εχεμύθειας γιατρού, άρθρο 371 ΠΚ), θέτει, ως λόγο άρσης του αδίκου (βλ. παρ. 4 άρθρου 371 ΠΚ), τη διαφύλαξη εννόμου συμφέροντος πρωτίστως του ίδιου του υποκειμένου των δεδομένων, όπως φαίνεται εν προκειμένω να ισχύει με το άρθρο 5 παρ. 2γ’ ν. 2472/1997.

1 σχόλιο:

  1. Με αφορμή την υπόθεση της επώνυμης καταγγελίας συγγενών νοσηλευόμενης στο ΨΝΑ ο Σ.Ο.Ψ.Υ.Κορυδαλλού σχολιάζει:
    Η ακύρωση της ψυχιατρικής βαρβαρότητας, παλιών πρακτικών και μεθόδων αποτελεί μονόδρομο για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση.Η διεθνής σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με ψυχική αναπηρία από εδώ και πέρα πρέπει να ισχύσει , να θεωρείται δεδομένη και να υπερισχύσει κάθε πρακτικής και αντίθετης με αυτήν άποψης.Ο κάθε εμπλεκόμενος στον τομέα της ψυχικής υγείας θα έχει να δώσει λόγο στο εξής για κάθε παρέκκλιση και παραβίαση.Εμείς ως συλλογικότητες ξεκινάμε έναν αγώνα για μια ψυχιατρική που θα δίνει σημασία στο βίωμα του υποκειμένου και θα σέβεται την προσωπικότητά του.Ο αγώνας μας θα είναι συνεχής μέχρι της πλήρους αποδοχής και της δικαίωσής μας.
    Σ.Ο.Ψ.Υ. Κορυδαλλού

    ΑπάντησηΔιαγραφή