Η κατάργηση της λέξης «Ελέγχου» από την ονομασία της Επιτροπής δεν ήταν μια αθώα νομοτεχνική διόρθωση. Ήταν η πιο ειλικρινής αποτύπωση μιας βαθύτερης επιλογής: να πάψει να υπάρχει ένας πραγματικός μηχανισμός ελέγχου και να αντικατασταθεί από μια θεσμική «βιτρίνα». Η νέα Επιτροπή εμφανίζεται πολυμελής, πολυεπιστημονική και «ανεξάρτητη».
Στην πραγματικότητα, όμως, συγκροτείται, λειτουργεί και λογοδοτεί εντός του ίδιου διοικητικού πλαισίου που υποτίθεται ότι πρέπει να ελέγχει. Και αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι σαφής μετατόπιση από τον έλεγχο στην υποταγή.
Με την
τροποποίηση που επέφερε ο ν. 5243/2025 στο άρθρο 2 του ν. 2716/1999, στην
ονομασία της Επιτροπής απαλείφθηκαν οι όροι «Ειδική» και, κυρίως, ο όρος «Ελέγχου»,
οι οποίοι προσέδιδαν στην Επιτροπή σαφή ελεγκτική και εποπτική ταυτότητα. Με τη
νέα διατύπωση η Επιτροπή εμφανίζεται περισσότερο ως όργανο προστασίας,
παρακολούθησης, διατύπωσης προτάσεων. Από όργανο με έντονη ελεγκτική
φυσιογνωμία, μετατρέπεται σε όργανο συμβουλευτικό και διοικητικά ενσωματωμένο στην
ηγεσία του Υπουργείου Υγείας.
Αλλαγή
ονομασίας και απώλεια ελεγκτικής ταυτότητας
Ειδικότερα,
ο όρος «Ειδική» προσέδιδε στην Επιτροπή ειδικό αντικείμενο και ειδικό
προστατευτικό ρόλο με άμεση και ειδική σύνδεση με το σύστημα προστασίας των
δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών. Με την τροποποίηση του ν. 5243/2025 η Επιτροπή
παύει να εμφανίζεται ως «Ειδική», και παρουσιάζεται πλέον ως ένα κανονικό
θεσμοθετημένο διοικητικό όργανο του Υπουργείου Υγείας.
Απομάκρυνση
από το προηγούμενο οργανωτικό μοντέλο
Στο
παλαιό κείμενο υπήρχε πρόβλεψη για πενταμελή Εκτελεστική Γραμματεία της
Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Ασθενών. Στο νέο άρθρο δεν υπάρχει αντίστοιχη
πρόβλεψη. Η κατάργηση της αναφοράς αυτής δείχνει απομάκρυνση από το προηγούμενο
οργανωτικό μοντέλο, όπου η Επιτροπή ήταν οργανικά συνδεμένη με ευρύτερη
επιτροπή και εκτελεστική γραμματεία. Το νέο μοντέλο είναι πιο απλούστερο και
περισσότερο διοικητικά συγκεντρωτικό: επιτροπή στο Υπουργείο, με γραμματειακή
υποστήριξη από υπάλληλο.
Από την εξειδίκευση στην «επιστημονικότητα» και τη διοικητική κυριαρχία
Η προϊσχύουσα διάταξη προέβλεπε εννεαμελή Επιτροπή με προκαθορισμένη και ισορροπημένη σύνθεση, και συγκεκριμένα τις ακόλουθες ειδικότητες: 1 ψυχίατρο, 1 παιδοψυχίατρο, 1 κοινωνικό λειτουργό, 1 νοσηλευτή ψυχικής υγείας ή με εξειδίκευση/εμπειρία, 1 ψυχολόγο, 2 νομικούς, 2 εκπροσώπους χρηστών ή οικογενειών, κατοχυρώνοντας έτσι τον πλουραλισμό των ειδικοτήτων που συμμετείχαν στην Επιτροπή.
Η νέα διάταξη αυξάνει τον αριθμό των μελών της Επιτροπής σε δεκαπενταμελή και προβλέπει σύνθεση από: 6 διακεκριμένους επιστήμονες από ευρύτατο φάσμα επιστημών, 7 Προέδρους των Ε.Συ.Ψ.Υ. των Δ.Υ.Πε. και 2 εκπροσώπους ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Με την τροποποίηση αυξάνεται το εύρος των ειδικοτήτων και δίνεται η δυνατότητα στον υπουργό να διαμορφώνει τη σύνθεση της Επιτροπής ανάλογα με τις (εκάστοτε) επιθυμίες του υπουργού.
Από την εν λόγω τροποποίηση της διάταξης προκύπτουν, επίσης, δυο κρίσιμα ζητήματα:
α) της
ποσοτικής διεύρυνσης των μελών από εννέα σε δεκαπέντε, που σημαίνει μεγαλύτερο,
βαρύτερο και δυσκίνητο σχήμα, με χαρακτηριστικά γραφειοκρατικού οργάνου και δυσκολότερη
λήψη αποφάσεων και,
β) της
ποιοτικής μετατόπισης: ενώ η προηγούμενη ρύθμιση κατοχύρωνε πλουραλισμό
ειδικοτήτων και επαγγελματική ισορροπία, η νέα διάταξη αντικαθιστά τις συγκεκριμένες
υποχρεωτικές ειδικότητες (παιδοψυχίατρος, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός,
νοσηλευτής ψυχικής υγείας, δύο νομικοί), με τη γενική κατηγορία «διακεκριμένων
επιστημόνων» και με τους επτά (7) Προέδρους των Ε.Συ.Ψ.Υ..
Η
επιλογή αυτή συνεπάγεται, λιγότερο εγγυημένη κλινική και δικαιωματική
εξειδίκευση και ισχυρή διοικητική σύνδεση
της Επιτροπής με τις Υγειονομικές Περιφέρειες, δηλαδή με τον κορμό του νέου
συστήματος ψυχικής υγείας.
Μείωση
της εκπροσώπησης των οικογενειών.
Η προϊσχύουσα
διάταξη αναγνώριζε τον ουσιαστικό ρόλο οικογενειών στην υποστήριξη, φροντίδα
και προάσπιση των δικαιωμάτων των ασθενών, και προέβλεπε τη συμμετοχή στην
Επιτροπή δύο εκπροσώπους χρηστών υπηρεσιών ψυχικής υγείας ή συλλόγων
οικογενειών. Η νέα διάταξη αποκλείει πλήρως τη θεσμική παρουσία των συλλόγων οικογενειών
και περιορίζεται σε μόνο δυο εκπροσώπους των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.
Πρόκειται, δηλαδή, για σαφή υποβάθμιση του ρόλου των οικογενειών.
Συντόμευση
της θητείας - Απώλεια σταθερότητας και ανεξαρτησίας
Η προηγούμενη ρύθμιση προέβλεπε πενταετή θητεία των
μελών της Επιτροπής, η οποία αποτελούσε ισχυρή εγγύηση συνέχειας, θεσμική σταθερότητα
και σχετική ανεξαρτησία από πολιτικές εναλλαγές. Η νέα διάταξη περιορίζει τη
θητεία σε δυο χρόνια. Ο περιορισμός αυτός μετατρέπει την Επιτροπή από ελεγκτικό
όργανο σε ευάλωτο συμβουλευτικό διοικητικό όργανο, ευκολότερα ελεγχόμενο από
την ηγεσία του υπουργείου.
Περιορισμός
του πεδίου εποπτείας και υποχώρηση του προληπτικού ελέγχου
Η προϊσχύουσα
διάταξη ανέφερε ως πεδίο εποπτείας τις Μονάδες Ψυχικής Υγείας και τις υπηρεσίες
ψυχικής υγείας. Η νέα διάταξη προσαρμόζεται στο Εθνικό Δίκτυο Υπηρεσιών Υγείας
(ν. 5129/2024) και στους συνεργαζόμενους και εποπτευόμενους φορείς του, διατύπωση
που μπορεί να ερμηνευθεί στενά και περιοριστικά.
Πιο
σημαντική, όμως, είναι η κατάργηση των τακτικών επισκέψεων. Στην προϊσχύουσα
διάταξη η Επιτροπή επισκεπτόταν τις υπηρεσίες σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στην
τροποποιημένη διάταξη διατηρούνται μόνο οι έκτακτες (αυτεπάγγελτες ή μετά από
καταγγελία) επισκέψεις.
Αυτό
συνιστά σοβαρή υποχώρηση της ελεγκτικής δυνατότητας, διότι, από τον προληπτικό και
συστηματικό έλεγχο περνάμε σε έναν μηχανισμό περιστασιακής παρέμβασης στην εκ
των υστέρων και περιστασιακή παρέμβαση. Με λίγα λόγια, η Επιτροπή αποδυναμώνεται
ως θεσμός και εγγυητικό όργανο.
Ενίσχυση
του υπουργοκεντρικού χαρακτήρα
Στη
νέα περ. ζ΄ της παρ. 2, προστίθεται ρητά η υποχρέωση της Επιτροπής να ενημερώνει
τον Υπουργό Υγείας κάθε φορά που παρεμβαίνει για παραβιάσεις. Ο Υπουργός δεν ορίζει
πλέον μόνο τα μέλη της Επιτροπής, αλλά είναι
και ο κεντρικός αποδέκτης της πληροφόρησης.
Με τη
νέα περ. θ΄ η Επιτροπή υποβάλλει προτάσεις προς τον Υπουργό Υγείας για νομοθετικές
ρυθμίσεις. Πρόκειται για σαφή διεύρυνση του ρόλου της Επιτροπής προς συμβουλευτική
λειτουργία, συμμετοχή στη χάραξη πολιτικής και νομοπαρασκευαστική επιρροή.
Η νέα
παρ. 6 προβλέπει ότι με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται ο τρόπος
λειτουργίας, η οργάνωση και το πλαίσιο συνεργασίας με άλλες επιτροπές,
υπηρεσίες και φορείς. Έχουμε, δηλαδή, σημαντική ενίσχυση της κανονιστικής
εξουσίας του Υπουργού να οργανώσει επιχειρησιακά τον τρόπο λειτουργίας της.
Ο
ελεγκτής, τελικώς, λογοδοτεί στον ελεγχόμενο.
Μια Επιτροπή
που διορίζεται και οργανώνεται από τον Υπουργό Υγείας και, όταν διαπιστώνει
παραβάσεις δικαιωμάτων, αναφέρεται στον ίδιο τον Υπουργό για τις περαιτέρω
ενέργειες.
Συμπέρασμα
Η νέα διάταξη
αντί να ενισχύσει την Επιτροπή και να της παράσχει τα μέσα για την ουσιαστική προστασία
των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, την απορρυθμίζει. Το αποτέλεσμα είναι, να κινδυνεύει
σοβαρά να μετατραπεί από εγγυήτρια δικαιωμάτων σε θεσμικό άλλοθι της πολιτικής
ηγεσίας.