Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Τι ακριβώς άφησε πίσω της η πολιτική Βαρτζόπουλου για τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών;

Οι έπαινοι και οι αβρότητες προς τον κύριο Βαρτζόπουλο για το «έργο» του στην ψυχική υγεία δεν αντέχουν σε σοβαρή θεσμική αποτίμηση. Διότι το πραγματικό αποτύπωμα της θητείας του ως υφυπουργού Υγείας δεν ήταν η ενίσχυση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, αλλά η αποδυνάμωσή τους και η μετατόπιση από τη φροντίδα στη διαχείριση.

Η παραίτησή του συνοδεύτηκε από δηλώσεις περί «μεγάλης αποτελεσματικότητας» και «συνέχισης της λεγόμενης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», αλλά και από δημόσιους επαίνους για τη «σημαντική προσφορά» του και τις «θεσμικές αλλαγές», που φέρεται να προωθούσε. Όμως, αποσιωπάται ότι η αποχώρησή του δεν ήταν η φυσική κατάληξη μιας ευδόκιμης θητείας, αλλά συνέπεια της εμπλοκής του ονόματός του στη δεύτερη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και αντί να τεθεί το εύλογο ερώτημα: ποια ακριβώς ήταν η σχέση ενός υφυπουργού Υγείας με την υπόθεση αυτή, το γεγονός προσπερνάται σχεδόν αδιάφορα, σαν να αφορά κάποιο άλλο πρόσωπο.

Εδώ, όμως, δεν θα μας απασχολήσει ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Θα μας απασχολήσει το «έργο» του κυρίου Βαρτζόπουλου στον ευαίσθητο χώρο των της ψυχικής υγείας. Και, ιδίως, αν η πολιτική που εφάρμοσε ενίσχυσε ή αποδυνάμωσε τις θεσμικές εγγυήσεις ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών.

Και εδώ η απάντηση δεν είναι καθόλου κολακευτική.

Η πλέον αποκαλυπτική έκφραση αυτής της μετατόπισης ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, ο μοναδικός θεσμικός μηχανισμός ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με αρμοδιότητες που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες διαβίωσης στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας, την προστασία των νοσηλευομένων, την παρακολούθηση της ακούσιας νοσηλείας και την πρόσβαση σε ιατρικά αρχεία.

Η Επιτροπή αυτή είχε συγκροτηθεί τον Σεπτέμβριο του 2022[1], με πενταετή θητεία. Παρέμεινε, όμως, στην πράξη ανενεργή και επί υφυπουργίας του κυρίου Βαρτζόπουλου, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιούνιο του 2023. Συνολικά, δηλαδή, η Επιτροπή τελούσε σε αδράνεια για περισσότερο από τρία χρόνια, παρά τις δημόσιες δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας και του ίδιου του πρώην υφυπουργού.

Η παρατεταμένη αυτή αδράνεια καταγγέλθηκε δημόσια τόσο από την ΕΣΑμεΑ όσο και από συλλογικότητες ληπτών υπηρεσιών, οικογενειών, επαγγελματιών ψυχικής υγείας και πολιτών, οι οποίοι έκαναν λόγο για σοβαρό θεσμικό κενό ελέγχου και ουσιαστική υποβάθμιση των εγγυήσεων προστασίας. Και πράγματι, η σημασία του γεγονότος αυτού είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Διότι, επί μια τριετία και πλέον, ο εγγυητικός μηχανισμός προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών παρέμεινε ουσιαστικά αδρανής. Αυτό σημαίνει ότι ο έλεγχος ήταν ανύπαρκτος, η λογοδοσία εξασθενημένη και οι ψυχικά πάσχοντες, δηλαδή οι πιο ευάλωτοι συμπολίτες μας, έμειναν χωρίς αποτελεσματικό θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην αυθαιρεσία του συστήματος.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ο κύριος Βαρτζόπουλος δεν επέλεξε να ενεργοποιήσει την ήδη συγκροτημένη από το 2022 Επιτροπή. Αντίθετα, ενώ αυτή παρέμενε ανενεργή, προχώρησε, στις 31 Οκτωβρίου 2025, στην τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 2716/1999 με το άρθρο 88 του ν. 5243/2025. Με τη ρύθμιση αυτή αφαιρέθηκαν από την ονομασία της Επιτροπής οι όροι «Ειδική» και «Ελέγχου», μεταβλήθηκαν οι αρμοδιότητές της, τροποποιήθηκε η σύνθεσή της και αυξήθηκαν τα μέλη της από εννέα σε δεκαπέντε[2]. Η νέα Επιτροπή συγκροτήθηκε τον Μάρτιο του 2026[3].

Οι μεταβολές αυτές δεν είχαν απλώς οργανωτικό χαρακτήρα. Αλλοίωσαν ουσιαστικά τη φυσιογνωμία της Επιτροπής και αποτύπωσαν τη σαφή υποχώρηση της έννοιας του εξωτερικού και ανεξάρτητου ελέγχου. Στη θέση ενός μηχανισμού με καθαρά ελεγκτική αποστολή διαμορφώθηκε ένα σχήμα περισσότερο συμβουλευτικό, περισσότερο ενσωματωμένο στη διοίκηση και περισσότερο εξαρτημένο από την ίδια την πολιτική εξουσία που όφειλε να ελέγχει.

Η ακολουθία αυτή έχει από μόνη της ιδιαίτερο θεσμικό βάρος. Πρώτα αδρανοποιήθηκε στην πράξη η ήδη υφιστάμενη Επιτροπή ως ελεγκτικός μηχανισμός. Στη συνέχεια, αλλοιώθηκε νομοθετικά το σχήμα και οι αρμοδιότητές της προς ένα μοντέλο λιγότερο καθαρά ελεγκτικό και περισσότερο διοικητικά ενσωματωμένο. Πρόκειται, επομένως, για κλασική περίπτωση θεσμικής υποχώρησης. Και η υποχώρηση αυτή συνδέεται, κατά τη γνώμη μας, με τον συνολικότερο προσανατολισμό της πολιτικής του κυρίου Βαρτζόπουλου.

Η περιβόητη «μεταρρύθμιση» δεν ενίσχυσε την ανεξαρτησία των θεσμών προστασίας ούτε οδήγησε σε ισχυρότερη λογοδοσία. Με άλλα λόγια, δεν οδήγησε σε κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών. Αντίθετα, οδήγησε σε ένα σχήμα όπου ο έλεγχος απουσιάζει, η προστασία ενσωματώνεται και η διοίκηση επιβλέπει τελικά τον ίδιο της τον εαυτό.

Αυτόν ακριβώς τον προσανατολισμό ανέδειξαν, επανειλημμένα, και οι δημόσιες παρεμβάσεις συλλογικοτήτων και επαγγελματιών της ψυχικής υγείας. Στις παρεμβάσεις αυτές αποδίδονται στον κύριο Βαρτζόπουλο συγκεκριμένες αντιλήψεις και πολιτικές επιλογές, οι οποίες συγκλίνουν σε έναν κοινό πυρήνα: στη μετατόπιση της ψυχικής υγείας από το πεδίο της φροντίδας στο πεδίο της διαχείρισης, της επιτήρησης και του κοινωνικού ελέγχου.

Ειδικότερα, του καταλογίζεται ότι προώθησε μια «βιολογιστική και στιγματιστική θεώρηση της ψυχικής νόσου», η οποία τείνει να συνδέει τον ψυχικά πάσχοντα με την επιθετικότητα, την εγκληματικότητα και την κοινωνική επικινδυνότητα. Μια τέτοια αντίληψη δεν αποτελεί απλώς επιστημονική ή ιδεολογική οπισθοδρόμηση. Ενισχύει το στίγμα και παραμερίζει κάθε θεραπευτική, κοινωνική και σχεσιακή κατανόηση της ψυχικής οδύνης, μετατρέποντας τον ψυχικά πάσχοντα από υποκείμενο δικαιωμάτων σε αντικείμενο επιτήρησης.

Παράλληλα, του αποδίδεται η προώθηση ενός «κατασταλτικού μοντέλου ψυχικής υγείας», με έμφαση σε δομές αυξημένης ασφαλείας, σε ειδικά τμήματα για «ακαταλόγιστους» και, γενικότερα, σε ένα πλαίσιο όπου προέχει ο εγκλεισμός, η φύλαξη και ο έλεγχος αντί για τη θεραπεία, την ανάρρωση και την κοινοτική φροντίδα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική ότι αντιμετώπισε την ψυχιατρική περισσότερο ως μηχανισμό δημόσιας τάξης παρά ως πεδίο προστασίας και φροντίδας.

Εξίσου σοβαρές υπήρξαν οι αιτιάσεις για την «ιδιωτικοοικονομική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», με αποδυνάμωση του δημόσιου χαρακτήρα τους, ελαστικοποίηση των όρων λειτουργίας και υποβάθμιση υπαρχουσών δομών. Η κριτική αυτή συνδέθηκε, επίσης, με την υποστελέχωση των δημόσιων ψυχιατρικών υπηρεσιών, τη διάλυση κρίσιμων δομών πρόληψης και την προώθηση ενός μοντέλου στο οποίο η διοικητική διαχείριση υπερισχύει της θεραπευτικής συνέχειας.

Ιδιαίτερη θέση στην κριτική αυτή κατέχει και η «αστυνομοποίηση της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης». Δεν πρόκειται απλώς για μια διοικητική επιλογή, αλλά για χαρακτηριστικό παράδειγμα της ίδιας λογικής: της μεταφοράς του κέντρου βάρους από την προστασία του ψυχικά ασθενούς στη διαχειριστική διευκόλυνση του συστήματος. Έτσι, ο κοινός πυρήνας των παραπάνω παρεμβάσεων είναι σαφής: ο ψυχικά πάσχων παύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως πρόσωπο που χρειάζεται θεραπεία, υποστήριξη και εγγυήσεις δικαιωμάτων, και μετακινείται όλο και περισσότερο στη θέση του αντικειμένου διοικητικής διαχείρισης.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει, άλλωστε, τις δηλώσεις[4] του πρώην υφυπουργού περί «επιθετικής και δολοφονικής κληρονομικότητας», όταν δήλωνε για τον «επιθετικό» ότι «είναι επιθετικός επειδή είναι γεννημένος επιθετικός», ότι «γεννιέται από γονείς που έχουν μια επιθετική συμπεριφορά»[5], ότι «είναι στη φύση του αρσενικού να είναι επιθετικό» και ότι «η γυναικοκτονία έχει βιολογική βάση»;

Ούτε, βεβαίως, μπορεί να αγνοηθεί η προώθηση δομών «υψηλής ασφαλείας» και ψυχιατροδικαστικών μονάδων, μέσα από μια αντίληψη που αντιμετωπίζει τον ψυχικά πάσχοντα πρωτίστως ως επικίνδυνο πρόσωπο που πρέπει να ελεγχθεί και να περιοριστεί.

Στην προαναφερθείσα «αστυνομοποίηση της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης» διακρίνεται καθαρά το ίδιο μοτίβο. Συγκεκριμένα, η εγκύκλιος Βαρτζόπουλου της 1ης Φεβρουαρίου 2024 για τη διαδικασία εισαγωγής ατόμων κατόπιν εισαγγελικών εντολών[6] επικαλείται ρητά τη «διαφύλαξη των δικαιωμάτων των προσαγομένων», αλλά στην πράξη προώθησε την άμεση αποδέσμευση των αστυνομικών, με τη μετακύλιση της ευθύνης για την περαιτέρω διαχείριση του περιστατικού στους εφημερεύοντες ψυχιάτρους των νοσηλευτικών μονάδων.

Όμως η αποδέσμευση αυτή, με βάση το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, προϋπέθετε λειτουργικές κοινοτικές μονάδες ψυχικής υγείας και ασφαλή υποδοχή από κατάλληλο προσωπικό. Όταν αυτές οι προϋποθέσεις δεν είχαν υλοποιηθεί και όταν η κατ’ εξαίρεση αστυνομική μεταφορά παρέμενε στην πράξη ο κανόνας, η επίκληση των δικαιωμάτων λειτουργούσε περισσότερο ως ρητορικό κάλυμμα παρά ως πραγματική εγγύηση. Η ίδια εγκύκλιος είχε προκαλέσει τότε αντιδράσεις από εργαζομένους και από την Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, λόγω των κινδύνων για την ασφάλεια ασθενών και προσωπικού.

Ένα από τα κεντρικά προβλήματα της θητείας του κυρίου Βαρτζόπουλου ήταν ότι η γλώσσα των δικαιωμάτων χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα, όχι για να ενισχυθούν οι πραγματικοί όροι προστασίας, αλλά για να διευκολυνθεί η διοικητική αποφόρτιση του κράτους, να μετατεθεί το βάρος στις ήδη εξουθενωμένες ψυχιατρικές μονάδες και να ευνοηθεί η διολίσθηση προς λύσεις ιδιωτικής φύλαξης και διαχειριστικής υποκατάστασης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η ρητορική της μεταρρύθμισης διαψεύδεται από τα όσα πραγματικά συνέβησαν.

Από την ίδια σκοπιά πρέπει να ιδωθεί και ο δημόσιος έπαινος για τις «νέες μονάδες» και τις «θεσμικές παρεμβάσεις». Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι πόσες μονάδες εξαγγέλθηκαν ή ιδρύθηκαν, αλλά με ποιο σχέδιο, με ποια κριτήρια, με ποια διαφάνεια, με ποια βιωσιμότητα και με ποια σχέση προς τα δικαιώματα των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η κριτική που διατυπώθηκε δημόσια, ακόμη και από ανθρώπους του χώρου, σε σχετική συζήτηση στο διαδίκτυο, ήταν ακριβώς αυτή: ότι οι μονάδες πολλαπλασιάστηκαν χωρίς επαρκή στρατηγικό σχεδιασμό, χωρίς σαφές σύστημα οργάνωσης και χωρίς πραγματική ένταξη σε λειτουργικό δημόσιο δίκτυο.

Το τελικό συμπέρασμα είναι προφανές.

Η περίοδος Βαρτζόπουλου δεν άφησε πίσω της μια μεταρρύθμιση προσανατολισμένη στα δικαιώματα, αλλά μια βαριά σκιά πάνω στην ανεξαρτησία του ελέγχου, στη λειτουργία των εγγυητικών θεσμών και στην ίδια τη φιλοσοφία της ψυχικής υγείας ως πεδίου φροντίδας.

Η αδράνεια της Επιτροπής του 2022, η μεταγενέστερη θεσμική της αναδιάταξη, η χρήση της γλώσσας των δικαιωμάτων για μέτρα διοικητικής αποφόρτισης, η μετατόπιση από τη θεραπεία προς τη διαχείριση της «επικινδυνότητας» και η υποτίμηση της ανάγκης πραγματικά ανεξάρτητης εποπτείας συνθέτουν μια ενιαία εικόνα.

Και από νομική, θεσμική και δικαιοκρατική άποψη, οι έπαινοι περί «σημαντικού έργου» ακούγονται, τουλάχιστον, ατυχείς και αμήχανοι.

Έργο είναι κάτι πολύ απλούστερο και πολύ δυσκολότερο: να κάνεις τον ψυχικά πάσχοντα ασφαλέστερο απέναντι στο ίδιο το σύστημα.

Και αυτό δεν έγινε.


________
Πίνακας της ανάρτησης: Robert-Fleury, Pinel Freeing the Insane from Their Chains (1876)

[1] βλ. την υπ’ αριθμ. Α1β/Γ.Π.οικ.54002/23-09-2022 ΥΑ με θέμα «Συγκρότηση και ορισμός μελών στην Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές διαταραχές».

[4] Βλ. ολόκληρη η συνέντευξη εδώ.

[5] βλ. Τέτοιες αντιλήψεις για την κληρονομικότητα και τα γονίδια σηματοδοτούν, πέραν των άλλων, και μια επικίνδυνη άγνοια αναφορικά με τις εδώ και αρκετά χρόνια προόδους των νευροεπιστημών, οι οποίες, εκτός από την επιγενετική (που αφορά τον μη γραμμικό τρόπο έκφρασης του κάθε γονιδίου) έχουν, επίσης, πέραν πάσης αμφιβολίας, διαπιστώσει ότι το νευρικό σύστημα διακρίνεται από μια πλαστικότητα που το κάνει ικανό να διαμορφώνεται υπό την επίδραση του περιβάλλοντος. Καθώς πλήθος ερευνών και μελετών έχουν επιβεβαιώσει ότι οι πρώιμες εμπειρίες από το περιβάλλον συμβάλλουν στην αντιληπτική ικανότητα στην ενήλικη ζωή και ότι υπάρχουν «κριτικές περίοδοι» στην ανάπτυξη του εγκεφάλου όπου το νευρικό σύστημα είναι «πλαστικό» – έτσι ώστε η μελλοντική του μορφή να πλάθεται από τον εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο.

[6] βλ. την υπ’ αρ. πρωτ.: Γ3α/Γ.Π.οικ.6388/1-02-2024 εγκύκλιο του Υφυπουργού Υγείας με θέμα «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΑΤΟΜΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ Ν. 2071/1992»

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

«Από τον “Έλεγχο” στη “Βιτρίνα” (ΙΙ) - Τα πρόσωπα και η θεσμική αυταπάτη της ανεξαρτησίας»

Στην προηγούμενη ανάρτησή μου προσπάθησα να αναδείξω τη θεσμική μετατόπιση της Επιτροπής Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές από όργανο «ελέγχου» σε όργανο περισσότερο συμβουλευτικό και διοικητικά ενσωματωμένο στο Υπουργείο Υγείας.

       
Η εξέταση, όμως, της ίδιας της σύνθεσής της αποκαλύπτει ότι η μετατόπιση αυτή δεν είναι μόνο νομοθετική, αλλά επεκτείνεται και στη λειτουργία της. Διότι η «βιτρίνα» δεν κατασκευάζεται μόνο με λέξεις, αλλά απαιτεί και πρόσωπα.

Και, βέβαια, το ζήτημα εδώ, δεν αφορά την αμφισβήτηση της επιστημονικής ή επαγγελματικής επάρκειας των συγκεκριμένων προσώπων. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι προσωπικό, αλλά κατεξοχήν θεσμικό. Διότι, ακόμη και πρόσωπα με βαρύ βιογραφικό, ακαδημαϊκό κύρος ή δικαστική ιδιότητα δεν αρκούν, όταν εντάσσονται σε ένα σχήμα του οποίου η αρχιτεκτονική είναι εξαρχής εξαρτημένη από την ίδια την πολιτική και διοικητική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, την οποία η Επιτροπή οφείλει να ελέγχει.


Η νέα Επιτροπή συγκροτήθηκε ως ένα σχήμα κύρους, ισορροπιών και ενδοσυστημικής εκπροσώπησης, και όχι ως όργανο εξωτερικού και ανεξάρτητου ελέγχου. Και αυτό προκύπτει τόσο από ορισμένες επιλεγείσες προσωπικότητες όσο και, κυρίως, από την υποχρεωτική συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Επιστημονικών Συμβουλίων Ψυχικής Υγείας των Δ.Υ.Πε.. Εδώ έχουμε μια συνειδητή θεσμική επιλογή υπερεκπροσώπησης του ίδιου του διοικητικού μηχανισμού στο εσωτερικό ενός οργάνου, το οποίο υποτίθεται ότι συγκροτήθηκε για να ελέγχει την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων.


Εισαγγελική εξουσία στον έλεγχο του ίδιου μηχανισμού

Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται ο Ηλίας Ζαγοραίος, Εισαγγελέας Εφετών και πρώην Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.

Η επιλογή αυτή εγείρει σοβαρό ζήτημα θεσμικής συμβατότητας με τον ρόλο ενός ανεξάρτητου μηχανισμού προστασίας δικαιωμάτων, όπως αυτός προϋποτίθεται από το άρθρο 33 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD) και τα διεθνή πρότυπα ανεξάρτητων θεσμών.

Λόγω της ιδιότητάς του, συνδέθηκε θεσμικά με την εφαρμογή εισαγγελικών εντολών, ακούσιων νοσηλειών και ελέγχων δομών ψυχικής υγείας. Δηλαδή, με τον ίδιο τον μηχανισμό κρατικών παρεμβάσεων που επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων.

Το ζήτημα, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι προσωπικό. Είναι θεσμικό.

Όταν το ίδιο πρόσωπο που είχε ρόλο στην εφαρμογή αυτών των μηχανισμών καλείται να προΐσταται ενός οργάνου που οφείλει να ελέγχει τις συνέπειές τους, ανακύπτει μια εμφανής σύγκρουση ρόλων.

 

Επιστημονικό κύρος και εγγύτητα στους παρόχους υπηρεσιών

Ο Στυλιανίδης Στυλιανός αποτελεί μία από τις πλέον αναγνωρισμένες προσωπικότητες στον χώρο της ψυχικής υγείας. Είναι, όμως, ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος της Ε.Π.Α.Ψ.Υ., ενός από τους μεγαλύτερους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, που χρηματοδοτείται, λειτουργεί και εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας.

Η Επιτροπή καλείται, όμως, να εποπτεύει και φορείς του ίδιου συστήματος. Όταν σε αυτή συμμετέχουν πρόσωπα που έχουν συνδεθεί με βασικούς φορείς υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ανακύπτει σαφές ζήτημα θεσμικής σύγκρουσης ρόλων.


Από την εκτελεστική εξουσία στο «ανεξάρτητο» όργανο

Η Παπακώστα Ειρήνη ορίζεται μέλος της Επιτροπής, ενώ συμμετέχει σε διοικητικά συμβούλια εποπτευόμενων φορέων ψυχικής υγείας, παράλληλα, δε, υπηρετεί ως μετακλητή στο Ιδιαίτερο Γραφείο του Υφυπουργού Υγείας[1], αρμόδιου για την ψυχική υγεία.

Πρόκειται, δηλαδή, για πρόσωπο που δεν βρίσκεται εκτός της διοίκησης, αλλά έχει ενταχθεί στον πυρήνα της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας.

Πώς μπορεί ένα τέτοιο πρόσωπο να λειτουργήσει ως ανεξάρτητο μέλος ενός οργάνου που καλείται να ελέγχει την ίδια εξουσία που υπηρετεί;

Η επιλογή αυτή όχι μόνο δεν ενισχύει την ανεξαρτησία, αλλά την υπονομεύει, θέτοντας εν αμφιβόλω την απαιτούμενη απόσταση, την αντικειμενικότητα και, τελικώς, την ίδια την αξιοπιστία του ελεγκτικού ρόλου της Επιτροπής.


Εκπροσώπηση ληπτών ή θεσμική ενσωμάτωση;

Η Νομίδου Αικατερίνη, ως Πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ., ορίζεται ως εκπρόσωπος των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ωστόσο, έχει ήδη συμμετάσχει σε επιτροπές του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, δηλαδή σε θεσμικά όργανα του ίδιου του Υπουργείου, ενώ και η ίδια η Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ. χρηματοδοτείται από το κράτος. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τον ρόλο της, αλλά δείχνει ότι, η εκπροσώπηση δεν προέρχεται από έναν εντελώς ανεξάρτητο χώρο.

Όταν η «φωνή των ληπτών» είναι ήδη ενταγμένη σε κρατικές διαδικασίες, η ανεξαρτησία της εκπροσώπησης καθίσταται σχετική.

 

Εκπροσώπηση ή διαμεσολάβηση;

Ο Σαμουηλίδης Αναστάσιος, δικηγόρος, ορίζεται ως εκπρόσωπος των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει ένα διαφορετικό ζήτημα. Τη φύση της εκπροσώπησης. Η εκπροσώπηση των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας προϋποθέτει άμεση συμμετοχή ή σαφή οργανική σύνδεση με τον χώρο των ίδιων των ληπτών. Η τοποθέτηση στην Επιτροπή ενός νομικού μετατοπίζει την εκπροσώπηση προς τη διαμεσολάβηση.

Αντί για τη φωνή των ίδιων των υποκειμένων των δικαιωμάτων, εμφανίζεται μια φωνή που μιλά εξ ονόματός τους.


Κύρος χωρίς απόσταση

Στη σύνθεση της Επιτροπής συμμετέχουν επίσης πανεπιστημιακοί και επαγγελματίες με σημαντική επιστημονική διαδρομή. Η παρουσία τους, είναι βέβαιο, ενισχύει την εικόνα επάρκειας και «πολυεπιστημονικότητας» της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν διασφαλίζει κατ’ ανάγκη την ανεξαρτησία της. Πρόκειται, κατά κανόνα, για πρόσωπα που έχουν ήδη παρουσία και ρόλο στον χώρο της ψυχικής υγείας, μέσω πανεπιστημιακών, θεσμικών ή επαγγελματικών δομών. Έτσι, αντί να συγκροτείται μια Επιτροπή που τα μέλη δεν προέρχονται από τη διοίκηση, αναπαράγεται, σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο το σύστημα.


Και οι 7 Πρόεδροι των Ε.Συ.Ψ.Υ.: η θεσμοθέτηση της σύγκρουσης ρόλων

Αν τα παραπάνω εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ως προς την ανεξαρτησία της Επιτροπής, η υποχρεωτική συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Επιστημονικών Συμβουλίων Ψυχικής Υγείας των Δ.Υ.Πε. τα μετατρέπει σε βεβαιότητα.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 3329/2005, όπως ισχύει, οι Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.)[2] είναι αρμόδιες για τον προγραμματισμό, τον συντονισμό και την υλοποίηση των πολιτικών ψυχικής υγείας, ενώ τα Επιστημονικά Συμβούλια Ψυχικής Υγείας (Ε.Συ.Ψ.Υ.) λειτουργούν ως εσωτερικά επιστημονικά όργανα των Δ.Υ.Πε., με ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση και λειτουργία του συστήματος[3].

Ειδικότερα, τα Ε.Συ.Ψ.Υ. γνωμοδοτούν για κρίσιμα ζητήματα, όπως η οργάνωση των εφημεριών, η λειτουργία των δομών, οι θεραπευτικές διαδικασίες και η κατανομή των ακούσιων νοσηλειών, ενώ εισηγούνται μέτρα πολιτικής και συμμετέχουν στη διαμόρφωση της λειτουργίας του περιφερειακού δικτύου ψυχικής υγείας. Οι Πρόεδροί τους είναι, κατά κανόνα, ανώτερα στελέχη του Ε.Σ.Υ. ή/και πανεπιστημιακοί, με άμεση και καθοριστική εμπλοκή στη λειτουργία και οργάνωση του ίδιου του συστήματος.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η υποχρεωτική συμμετοχή τους στην Επιτροπή προστασίας δικαιωμάτων δημιουργεί μια καταφανή θεσμική σύγκρουση ρόλων. Διότι, τα ίδια πρόσωπα καλούνται να συμμετέχουν στη διαμόρφωση και λειτουργία του συστήματος και, ταυτόχρονα, να το ελέγχουν για παραβιάσεις δικαιωμάτων.

Τα πρόσωπα αυτά αποτελούν τμήμα του ίδιου διοικητικού και επιστημονικού μηχανισμού, που γνωμοδοτεί για ακούσιες νοσηλείες, εισηγείται για οργάνωση δομών και συμμετέχει στη λειτουργία του συστήματος. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τον ίδιο μηχανισμό που η Επιτροπή καλείται να εποπτεύει. Εδώ δεν έχουμε απλώς θεσμική εγγύτητα. Έχουμε θεσμοθέτηση της σύγκρουσης. Ο ελεγκτής ενσωματώνει τον ελεγχόμενο.

Και αυτό δεν αποτελεί, απλώς, εσωτερική αντίφαση, αλλά αντίκειται σε θεμελιώδεις διεθνείς αρχές για την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων. Σύμφωνα με τις "Δέκα Βασικές Αρχές" του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO/MNH/MND/96.9), σχετικά με τη νομοθεσία περί την ψυχική υγεία, η εφαρμογή του πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων πρέπει να παρακολουθείται από ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο, διακριτό τόσο από τις διοικητικές αρχές όσο και από τους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκρότηση της Επιτροπής, με τη συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Ε.Συ.Ψ.Υ. -ενταγμένων στον ίδιο τον διοικητικό και λειτουργικό μηχανισμό που καλείται να ελέγχει-, θέτει σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με τα διεθνή πρότυπα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.   


Η ανεξαρτησία ως «εικόνα»

Η νέα Επιτροπή συγκροτείται από πρόσωπα με κύρος, εμπειρία και θεσμική παρουσία. Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Διότι η ανεξαρτησία δεν εξασφαλίζεται από το κύρος των προσώπων, αλλά από την απόσταση που έχουν απ’ το σύστημα, που καλούνται να ελέγξουν.

Και στην προκειμένη περίπτωση, η απόσταση αυτή εμφανίζεται περιορισμένη

Η Επιτροπή παρουσιάζεται ως πολυμελής, πολυεπιστημονική και «ανεξάρτητη». Στην ουσία, όμως, λειτουργεί ως μια καλά δομημένη θεσμική «βιτρίνα». 

Μια βιτρίνα που δημιουργεί την εικόνα ελέγχου, χωρίς να τον εξασφαλίζει.



[2]  Ν. 3329/2005, όπως ισχύει, «Άρθρο 2, Σκοπός της Δ.Υ.Πε. «Σκοπός της Δ.Υ.Πε. είναι: α) Ο προγραμματισμός, συντονισμός, εποπτεία και έλεγχος στα όρια της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, της λειτουργίας όλων των Φορέων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Φ.Π.Υ.Υ.). Ως Φορείς Παροχής Υπηρεσιών Υγείας ορίζονται οι ακόλουθοι: (1) Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας. (2) Μονάδες Ψυχικής Υγείας (Μ.Ψ.Υ.) του Εθνικού Δικτύου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (Ε.Δ.Υ.Ψ.Υ.), Κέντρα Απεξάρτησης. (3) Λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, που ασκούν δραστηριότητες στους τομείς υγείας και κοινωνικής αλληλεγγύης και εποπτεύονται από τον Υπουργό Υγείας. β) Η υποβολή, προς τον Υπουργό Υγείας, εισηγήσεων, μέτρων και προτάσεων που αποσκοπούν στην πληρέστερη και αποδοτικότερη παροχή υπηρεσιών υγείας στον πληθυσμό της Περιφέρειάς τους. γ) Η παρακολούθηση της εφαρμογής, από τις Διοικήσεις των εποπτευόμενων Φ.Π.Υ.Υ., της πολιτικής που χαράσσεται από το Υπουργείο Υγείας. δ) Η παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών ψυχικής υγείας και ο συντονισμός δράσεων και πολιτικών παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε επίπεδο υγειονομικής περιφέρειας. ε) Η χορήγηση ιατρικών ειδικοτήτων σε ειδικευόμενους των οικείων Δομών Παροχής Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας.».

[3] Ν. 3329/2005 άρθρο 6Β, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 13 ν. 5129/2024 (ΦΕΚ Α` 124/01.08.2024): «Άρθρο 6Β, Επιστημονικό Συμβούλιο Ψυχικής Υγείας. 1. Σε κάθε Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας (Δ.Υ.Πε.) συστήνεται ένα Επιστημονικό Συμβούλιο Ψυχικής Υγείας (Ε.Συ.Ψ.Υ.), που αποτελείται από δεκατρία (13) μέλη και συγκεκριμένα: α) Έναν (1) ιατρό ειδικότητας Ψυχιατρικής Ενηλίκων ή Ψυχιατρικής Παίδων και Εφήβων με θέση Συντονιστή Διευθυντή ή Διευθυντή Ε.Σ.Υ. ή έναν (1) Καθηγητή, οποιασδήποτε βαθμίδας, Διευθυντή Πανεπιστημιακής κλινικής ή εργαστηρίου, που εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όσους κατέχουν κάποια από τις παραπάνω θέσεις ευθύνης στις αποκεντρωμένες μονάδες παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., ως Πρόεδρο, β) δύο (2) ιατρούς ειδικότητας Ψυχιατρικής Ενηλίκων ή Ψυχιατρικής Παίδων και Εφήβων με βαθμό Διευθυντή Ε.Σ.Υ. ή μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) βαθμίδας Επίκουρου Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή Καθηγητή που δεν είναι Διευθυντές Πανεπιστημιακών Κλινικών ή Εργαστηρίων, που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους Διευθυντές Ε.Σ.Υ. των αποκεντρωμένων μονάδων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., πλην Συντονιστών Διευθυντών, και από τα μέλη Δ.Ε.Π. βαθμίδας Επίκουρου Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή Καθηγητή που δεν είναι Διευθυντές Πανεπιστημιακών Κλινικών ή Εργαστηρίων, γ) έναν (1) ιατρό ειδικότητας Ψυχιατρικής Ενηλίκων ή Ψυχιατρικής Παίδων και Εφήβων με βαθμό Επιμελητή Α` ή Β`, που εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όλους τους Επιμελητές Α` και Β` των αποκεντρωμένων μονάδων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., δ) έναν (1) ειδικευόμενο στην Ψυχιατρική Ενηλίκων ή Ψυχιατρική Παίδων και Εφήβων ιατρό που εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όλους τους ειδικευόμενους στις ως άνω ειδικότητες ιατρούς των αποκεντρωμένων μονάδων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., ε) δύο (2) ψυχολόγους της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους ψυχολόγους που υπάγονται στην άνω Διεύθυνση, στ) δύο (2) κοινωνικούς λειτουργούς ή λοιπούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας, μη ιατρούς, κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας και της Διεύθυνσης Νοσηλευτικής Ψυχικής Υγείας, που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους μη ιατρούς υπαλλήλους, κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ, που υπάγονται στις άνω Διευθύνσεις, ζ) δύο (2) Νοσηλευτές ΠΕ ή ΤΕ ή, ελλείψει αυτών, επισκέπτες υγείας, με βαθμό τουλάχιστον Γ`, της Διεύθυνσης Νοσηλευτικής Ψυχικής Υγείας που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους υπαγόμενους στην άνω Διεύθυνση νοσηλευτές και επισκέπτες υγείας, και η) δύο (2) λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, από τους οποίους ένας (1) ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από την Ένωση Ασθενών Ελλάδος και ένας (1) ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ.). Τα μέλη του Ε.Συ.Ψ.Υ. των περ. α) έως και ζ) εκλέγονται μετά από εκλογές που προκηρύσσονται με απόφαση του αρμόδιου για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε.. Αν οποιοδήποτε μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου χάσει την ιδιότητα με την οποία έχει εκλεγεί, παύει αυτόματα να είναι μέλος και ορίζεται νέο με την ίδια διαδικασία, για το υπόλοιπο της θητείας. Αν οποιοδήποτε μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου απουσιάζει από περισσότερες από τρεις (3) συνεχόμενες συνεδριάσεις, είναι δυνατή η αντικατάστασή του, με την ίδια διαδικασία, για το υπόλοιπο της θητείας, μετά από σχετική απόφαση του Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται κατόπιν εισήγησης του Προέδρου ή του αναπληρωτή του. 2. Το Ε.Συ.Ψ.Υ. συνεδριάζει στην έδρα της Δ.Υ.Πε. τακτικά δύο (2) φορές τον μήνα και έκτακτα, όταν αυτό ζητηθεί από τον Πρόεδρο ή δύο (2) τουλάχιστον από τα μέλη του. 3. Η θητεία του Ε.Συ.Ψ.Υ. είναι δύο (2) ετών και η συγκρότησή του γίνεται με απόφαση του Υποδιοικητή της οικείας Υ.Πε., αρμόδιου για θέματα ψυχικής υγείας. Με την ίδια απόφαση ανατίθεται η γραμματειακή υποστήριξη σε υπάλληλο της οικείας Δ.Υ.Πε.. Στις συνεδριάσεις του Ε.Συ.Ψ.Υ. τηρούνται πρακτικά σε ειδικό βιβλίο πρακτικών θεωρημένο από τον Υποδιοικητή της οικείας Υ.Πε., αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας. 4. Το Ε.Συ.Ψ.Υ. γνωμοδοτεί κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε ή εισηγείται προς τον Υποδιοικητή της οικείας Υ.Πε. για θέματα ανάπτυξης και υλοποίησης των πολιτικών ψυχικής υγείας, καθώς και βελτιστοποίησης της λειτουργίας του οικείου Περιφερειακού Δικτύου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ.). Ενδεικτικά: α) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. για τη δημιουργία νέων δομών και υπηρεσιών εντός του Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ. και για την τροποποίηση και εξειδίκευση της λειτουργίας των υφισταμένων, β) γνωμοδοτεί προς τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας, κατόπιν αιτήματός του, για ζητήματα εφημεριών και κατανομής ακούσιων νοσηλειών, εξασφαλίζοντας την αυστηρή τομεοποίηση των υπηρεσιών, γ) γνωμοδοτεί προς τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας, κατόπιν αιτήματός του, για ζητήματα θεραπευτικών διαδικασιών για όλες τις δομές και όλους τους διασυνδεόμενους, συνεργαζόμενους και εποπτευόμενους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., δ) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε., για τη συγκρότηση ειδικών επιστημονικών επιτροπών: δα) πρόληψης και πρωτοβάθμιας φροντίδας, δβ) δευτεροβάθμιας φροντίδας και δγ) ψυχοκοινωνικής επανένταξης, με συμμετοχή επαγγελματιών ψυχικής υγείας εκ των εποπτευόμενων φορέων του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., σύμφωνα με την περ. κδ της παρ. 2 του άρθρου 3Α, ε) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε., κατ` ανάλογη εφαρμογή της περ. ε της παρ. 3 του άρθρου 9, για θέματα ηθικής και δεοντολογίας που δύνανται να ανακύψουν στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., όπως η τήρηση των γενικά παραδεκτών αρχών της ακεραιότητας της έρευνας και της ορθής επιστημονικής πρακτικής και η προστασία των προσωπικών δεδομένων, στ) καταρτίζει και υποβάλλει προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων για την πλήρωση της θέσης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας και του αναπληρωτή αυτού, με κριτήρια την επιστημονική επάρκεια, τις διοικητικές ικανότητες, την εκπαιδευτική και ερευνητική δραστηριότητα, τη συμπεριφορά προς τους ασθενείς, το κύρος τους μεταξύ των συναδέλφων και το πνεύμα συνεργασίας τους κατ` ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2889/2001 (Α` 37), ζ) υποβάλλει προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή και τους Προϊσταμένους των Διευθύνσεων Ψυχικής Υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., κατόπιν αιτήματός τους, προτάσεις αναφορικά με οργανωτικά και επιστημονικά ζητήματα λειτουργίας των δομών και φορέων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., καθώς και θέματα εξειδίκευσης και επιμόρφωσης του προσωπικού τους, η) εισηγείται προς τον Υποδιοικητή της Υ.Πε., αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας: ηα) παρεμβάσεις για τη βελτίωση της παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας και την ανάπτυξη των πολιτικών υγείας, με έμφαση στις οργανωτικές δομές ανά υγειονομική περιφέρεια με βάση τις καταγεγραμμένες ανάγκες και τα δεδομένα του χάρτη ψυχικής υγείας, ηβ) μέτρα ψυχικής υγείας για το επιχειρησιακό σχέδιο αντιμετώπισης κρίσεων, εκτάκτων αναγκών και μαζικών καταστροφών στα όρια της οικείας Υ.Πε., ηγ) μέτρα που αφορούν στη βελτίωση της λειτουργίας των επί μέρους δομών του Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., στη θέσπιση προτεραιοτήτων κατά τον προγραμματισμό της προμήθειας εξοπλισμού ή υγειονομικού υλικού και σε οτιδήποτε κριθεί, από τον Υποδιοικητή, ότι δύναται να βελτιώσει την ποιότητα των παρεχόμενων προς τους ασθενείς υπηρεσιών, θ) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. και τους Προϊσταμένους των Διευθύνσεων Ψυχικής Υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., κατόπιν αιτήματός τους, για προγράμματα δια βίου εκπαίδευσης και συνεχιζόμενης κατάρτισης για την ενημέρωση των ψυχιάτρων, παιδοψυχιάτρων ή άλλων επαγγελματιών ψυχικής υγείας ή διοικητικών ή άλλων εργαζομένων στην κοινοτική ψυχιατρική, και ι) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. για θέματα που άπτονται της βελτίωσης της δραστηριότητας των επιστημονικών επιτροπών των δομών και φορέων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., καθώς και όποιων άλλων επιτροπών ή ομάδων εργασίας συσταθούν από τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε..».

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Επιτροπή Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές - Από τον «Έλεγχο» στη «Βιτρίνα» (Ι) - Ποιος ελέγχει πλέον την προστασία των ψυχικά πασχόντων;


Η κατάργηση της λέξης «Ελέγχου» από την ονομασία της Επιτροπής δεν ήταν μια αθώα νομοτεχνική διόρθωση. Ήταν η πιο ειλικρινής αποτύπωση μιας βαθύτερης επιλογής: να πάψει να υπάρχει ένας πραγματικός μηχανισμός ελέγχου και να αντικατασταθεί από μια θεσμική «βιτρίνα». Η νέα Επιτροπή εμφανίζεται πολυμελής, πολυεπιστημονική και «ανεξάρτητη». 


Στην πραγματικότητα, όμως, συγκροτείται, λειτουργεί και λογοδοτεί εντός του ίδιου διοικητικού πλαισίου που υποτίθεται ότι πρέπει να ελέγχει. Και αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι σαφής μετατόπιση από τον έλεγχο στην υποταγή.                                                                            

**************** 


Με την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 5243/2025 στο άρθρο 2 του ν. 2716/1999, στην ονομασία της Επιτροπής απαλείφθηκαν οι όροι «Ειδική» και, κυρίως, ο όρος «Ελέγχου», οι οποίοι προσέδιδαν στην Επιτροπή σαφή ελεγκτική και εποπτική ταυτότητα. Με τη νέα διατύπωση η Επιτροπή εμφανίζεται περισσότερο ως όργανο προστασίας, παρακολούθησης, διατύπωσης προτάσεων. Από όργανο με έντονη ελεγκτική φυσιογνωμία, μετατρέπεται σε όργανο συμβουλευτικό και διοικητικά ενσωματωμένο στην ηγεσία του Υπουργείου Υγείας.

 

Αλλαγή ονομασίας και απώλεια ελεγκτικής ταυτότητας

Ειδικότερα, ο όρος «Ειδική» προσέδιδε στην Επιτροπή ειδικό αντικείμενο και ειδικό προστατευτικό ρόλο με άμεση και ειδική σύνδεση με το σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών. Με την τροποποίηση του ν. 5243/2025 η Επιτροπή παύει να εμφανίζεται ως «Ειδική», και παρουσιάζεται πλέον ως ένα κανονικό θεσμοθετημένο διοικητικό όργανο του Υπουργείου Υγείας.

 

Απομάκρυνση από το προηγούμενο οργανωτικό μοντέλο

Στο παλαιό κείμενο υπήρχε πρόβλεψη για πενταμελή Εκτελεστική Γραμματεία της Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Ασθενών. Στο νέο άρθρο δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη. Η κατάργηση της αναφοράς αυτής δείχνει απομάκρυνση από το προηγούμενο οργανωτικό μοντέλο, όπου η Επιτροπή ήταν οργανικά συνδεμένη με ευρύτερη επιτροπή και εκτελεστική γραμματεία. Το νέο μοντέλο είναι πιο απλούστερο και περισσότερο διοικητικά συγκεντρωτικό: επιτροπή στο Υπουργείο, με γραμματειακή υποστήριξη από υπάλληλο.

 

Από την εξειδίκευση στην «επιστημονικότητα» και τη διοικητική κυριαρχία

Η προϊσχύουσα διάταξη προέβλεπε εννεαμελή Επιτροπή με προκαθορισμένη και ισορροπημένη σύνθεση, και συγκεκριμένα τις ακόλουθες ειδικότητες: 1 ψυχίατρο, 1 παιδοψυχίατρο, 1 κοινωνικό λειτουργό, 1 νοσηλευτή ψυχικής υγείας ή με εξειδίκευση/εμπειρία, 1 ψυχολόγο, 2 νομικούς, 2 εκπροσώπους χρηστών ή οικογενειών, κατοχυρώνοντας έτσι τον πλουραλισμό των ειδικοτήτων που συμμετείχαν στην Επιτροπή.

Η νέα διάταξη αυξάνει τον αριθμό των μελών της Επιτροπής σε δεκαπενταμελή και προβλέπει σύνθεση από: 6 διακεκριμένους επιστήμονες από ευρύτατο φάσμα επιστημών, 7 Προέδρους των Ε.Συ.Ψ.Υ. των Δ.Υ.Πε. και 2 εκπροσώπους ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Με την τροποποίηση αυξάνεται το εύρος των ειδικοτήτων και δίνεται η δυνατότητα στον υπουργό να διαμορφώνει τη σύνθεση της Επιτροπής ανάλογα με τις (εκάστοτε) επιθυμίες του υπουργού.

Από την εν λόγω τροποποίηση της διάταξης προκύπτουν, επίσης, δυο κρίσιμα ζητήματα:

α) της ποσοτικής διεύρυνσης των μελών από εννέα σε δεκαπέντε, που σημαίνει μεγαλύτερο, βαρύτερο και δυσκίνητο σχήμα, με χαρακτηριστικά γραφειοκρατικού οργάνου και δυσκολότερη λήψη αποφάσεων και,

β) της ποιοτικής μετατόπισης: ενώ η προηγούμενη ρύθμιση κατοχύρωνε πλουραλισμό ειδικοτήτων και επαγγελματική ισορροπία, η νέα διάταξη αντικαθιστά τις συγκεκριμένες υποχρεωτικές ειδικότητες (παιδοψυχίατρος, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, νοσηλευτής ψυχικής υγείας, δύο νομικοί), με τη γενική κατηγορία «διακεκριμένων επιστημόνων» και με τους επτά (7) Προέδρους των Ε.Συ.Ψ.Υ..

Η επιλογή αυτή συνεπάγεται, λιγότερο εγγυημένη κλινική και δικαιωματική εξειδίκευση και ισχυρή  διοικητική σύνδεση της Επιτροπής με τις Υγειονομικές Περιφέρειες, δηλαδή με τον κορμό του νέου συστήματος ψυχικής υγείας.

 

Μείωση της εκπροσώπησης των οικογενειών.

Η προϊσχύουσα διάταξη αναγνώριζε τον ουσιαστικό ρόλο οικογενειών στην υποστήριξη, φροντίδα και προάσπιση των δικαιωμάτων των ασθενών, και προέβλεπε τη συμμετοχή στην Επιτροπή δύο εκπροσώπους χρηστών υπηρεσιών ψυχικής υγείας ή συλλόγων οικογενειών. Η νέα διάταξη αποκλείει πλήρως τη θεσμική παρουσία των συλλόγων οικογενειών και περιορίζεται σε μόνο δυο εκπροσώπους των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Πρόκειται, δηλαδή, για σαφή υποβάθμιση του ρόλου των οικογενειών.

 

Συντόμευση της θητείας - Απώλεια σταθερότητας και ανεξαρτησίας

Η προηγούμενη ρύθμιση προέβλεπε πενταετή θητεία των μελών της Επιτροπής, η οποία αποτελούσε ισχυρή εγγύηση συνέχειας, θεσμική σταθερότητα και σχετική ανεξαρτησία από πολιτικές εναλλαγές. Η νέα διάταξη περιορίζει τη θητεία σε δυο χρόνια. Ο περιορισμός αυτός μετατρέπει την Επιτροπή από ελεγκτικό όργανο σε ευάλωτο συμβουλευτικό διοικητικό όργανο, ευκολότερα ελεγχόμενο από την ηγεσία του υπουργείου.

 

Περιορισμός του πεδίου εποπτείας και υποχώρηση του προληπτικού ελέγχου

Η προϊσχύουσα διάταξη ανέφερε ως πεδίο εποπτείας τις Μονάδες Ψυχικής Υγείας και τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Η νέα διάταξη προσαρμόζεται στο Εθνικό Δίκτυο Υπηρεσιών Υγείας (ν. 5129/2024) και στους συνεργαζόμενους και εποπτευόμενους φορείς του, διατύπωση που μπορεί να ερμηνευθεί στενά και περιοριστικά.

Πιο σημαντική, όμως, είναι η κατάργηση των τακτικών επισκέψεων. Στην προϊσχύουσα διάταξη η Επιτροπή επισκεπτόταν τις υπηρεσίες σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στην τροποποιημένη διάταξη διατηρούνται μόνο οι έκτακτες (αυτεπάγγελτες ή μετά από καταγγελία) επισκέψεις.

Αυτό συνιστά σοβαρή υποχώρηση της ελεγκτικής δυνατότητας, διότι, από τον προληπτικό και συστηματικό έλεγχο περνάμε σε έναν μηχανισμό περιστασιακής παρέμβασης στην εκ των υστέρων και περιστασιακή παρέμβαση. Με λίγα λόγια, η Επιτροπή αποδυναμώνεται ως θεσμός και εγγυητικό όργανο.

 

Ενίσχυση του υπουργοκεντρικού χαρακτήρα

Στη νέα περ. ζ΄ της παρ. 2, προστίθεται ρητά η υποχρέωση της Επιτροπής να ενημερώνει τον Υπουργό Υγείας κάθε φορά που παρεμβαίνει για παραβιάσεις. Ο Υπουργός δεν ορίζει  πλέον μόνο τα μέλη της Επιτροπής, αλλά είναι και ο κεντρικός αποδέκτης της πληροφόρησης.

Με τη νέα περ. θ΄ η Επιτροπή υποβάλλει προτάσεις προς τον Υπουργό Υγείας για νομοθετικές ρυθμίσεις. Πρόκειται για σαφή διεύρυνση του ρόλου της Επιτροπής προς συμβουλευτική λειτουργία, συμμετοχή στη χάραξη πολιτικής και νομοπαρασκευαστική επιρροή.

Η νέα παρ. 6 προβλέπει ότι με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται ο τρόπος λειτουργίας, η οργάνωση και το πλαίσιο συνεργασίας με άλλες επιτροπές, υπηρεσίες και φορείς. Έχουμε, δηλαδή, σημαντική ενίσχυση της κανονιστικής εξουσίας του Υπουργού να οργανώσει επιχειρησιακά τον τρόπο λειτουργίας της.

 

Ο ελεγκτής, τελικώς, λογοδοτεί στον ελεγχόμενο.

Μια Επιτροπή που διορίζεται και οργανώνεται από τον Υπουργό Υγείας και, όταν διαπιστώνει παραβάσεις δικαιωμάτων, αναφέρεται στον ίδιο τον Υπουργό για τις περαιτέρω ενέργειες.

 

Συμπέρασμα

Η νέα διάταξη αντί να ενισχύσει την Επιτροπή και να της παράσχει τα μέσα για την ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, την απορρυθμίζει. Το αποτέλεσμα είναι, να κινδυνεύει σοβαρά να μετατραπεί από εγγυήτρια δικαιωμάτων σε θεσμικό άλλοθι της πολιτικής ηγεσίας.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Η γραφειοκρατική ιδιοτέλεια* της 2ης ΥΠΕ

Η 2η ΥΠΕ, συνεπής στο πνεύμα της εποχής -αυτό της επιστροφής στην εποχή της δεκαετίας του ‘50 και των ιδρυμάτων, διένειμε την 1η Δεκεμβρίου 2025 στους Επιστημονικά Υπευθύνους (ΕΥ) των Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (ΜΨΑ)** ένα άκρως απαράδεκτο έγγραφο, με οδηγίες νοσοκομειακής νοοτροπίας και ευθυνοφοβίας σχετικά με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθούνται για τις εξόδους των φιλοξενούμενων από τις μονάδες αυτές.

Οι προβλεπόμενες στο εν λόγω έγγραφο γραφειοκρατικές διαδικασίες καθιστούν πρακτικά σχεδόν αδύνατες τις εξόδους και, ακολούθως, την αποϊδρυματοποίηση, την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση, την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή και ένταξη των φιλοξενουμένων στις ΜΨΑ στην κοινωνία (παρ. 2, άρ. 1 ν. 2716/1999 και άρθρο 3 ΣΔΑΑ).
Επί της ουσίας, δηλαδή, η 2η ΥΠΕ, ενεργώντας αντίθετα από τις αρχές της κοινοτικής ψυχιατρικής και της κοινωνικής επανένταξης, καταργεί στην πράξη τον σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκαν και λειτουργούν οι Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (ΜΨΑ), και τις μετατρέπει σε μικρά ιδρύματα.
Και βέβαια, με τις εν λόγω οδηγίες η 2η ΥΠΕ, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια και την ατομική αυτονομία των φιλοξενούμενων στις ΜΨΑ, συμπεριλαμβανομένης και της ελευθερίας των ατομικών επιλογών και της ανεξαρτησίας των ατόμων.
Εν τέλει, η 2η ΥΠΕ καλλιεργεί διακρίσεις, λόγω της ψυχικής πάθησης, κατά παράβαση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (ΣΔΑΑ), τις αρχές και τους στόχους της Συναινετικής Διακήρυξης για την Ψυχοκοινωνική Αποκατάσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και της Παγκόσμιας Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (WΗΟ/ΜΝΗ/ΜΝD/96.2), των διατάξεων του νόμου 2716/1999 (ΦΕΚ Α’ 96/1999) και της ΥΑ αρ. Α3α/οικ.876 (ΦΕΚ Β' 661/2000) κ.ά.



ΥΓ: Η 2η ΥΠΕ αντιμετωπίζει τις ΜΨΑ με οργανωσιακή κουλτούρα και νοοτροπία νοσοκομειακού παραρτήματος και όχι ως Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 ν. 2716/1999 κα των άρθρων 3 και 7 της υπ’ αριθμ. Α3α/οικ.876/2000, δηλαδή όχι ως κοινοτική δομή βάσει των αρχών της σύγχρονης ψυχιατρικής επιστήμης. Επιπλέον, φαίνεται πώς το έγγραφο απευθύνεται σε «προϊστάμενους» των ΜΨΑ, η οποία όμως θέση δεν προβλέπεται στις Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, όπως σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις του v. 2716/1999 και της ΥΑ υπ' αριθμ. Α3α/οικ.876/Ι6-Ο5-20Ο0 (ΦΕΚ B' 661/2000).
Επιπροσθέτως, η αναφορά σε θέση «προϊσταμένου/ης» στις ΜΨΑ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα αλλά και τις διατάξεις που διέπουν τις Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, αφού βασική αρχή λειτουργίας της Πολυκλαδικής Θεραπευτικής Ομάδας (ΠΘΟ) είναι η αμοιβαία και ισότιμη συνεργασία.

_____________

* Γραφειοκρατική ιδιοτέλεια ονομάζεται το φαινόμενο που παρατηρείται, όταν ο υπάλληλος θέτει ως οδηγό των πράξεών του όχι τη νομιμότητα και την επιστήμη του, αλλά το προσωπικό του συμφέρον προληπτικής εξασφάλισης από πιθανή ευθύνη. Σ' αυτό το πλαίσιο, η γραφειοκρατική ιδιοτέλεια στηρίζεται στην ευθυνοφοβία, οδηγεί στην απραγία και αναδεικνύονται σε άτυπη διοικητική πρακτική.

**Οι Μονάδες ή προγράμματα όπου παρέχονται υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης για ενήλικες, παιδιά ή εφήβους είναι τα Οικοτροφεία, οι Ξενώνες, τα Προστατευμένα Διαμερίσματα και οι Φιλοξενούσες Οικογένειες (παρ. 1, αρ. 9, ν. 2716/1999).

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο [ενίοτε τρία και πλέον χέρια] το σύστημα

Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εξέδωσε στις 2-12-2025 την με αριθμό 8/2025 εντεκασέλιδη  εγκύκλιο με τίτλο «Διαδικασία μεταφοράς προσώπων που φέρονται ως ψυχικά ασθενείς στο πλαίσιο ακούσιας νοσηλείας»(1).

Στο μακροσκελές κείμενο της εγκυκλίου αναπτύσσεται διεξοδικά η ισχύουσα νομοθεσία για τους ψυχικά ασθενείς, και ειδικότερα οι διατάξεις σχετικά με τη μεταφορά ψυχικά ασθενών, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την προσθήκη του άρθρου 96Α’ στο ν. 2071/1992.

Η εν λόγω εγκύκλιος αποτελεί μια “φανταστική έκθεση ιδεών”, η οποία, ναι μεν στηρίζεται στην υφιστάμενη νομοθεσία, απέχει όμως παρασάγγας από το τι πραγματικά συμβαίνει στην πράξη, εξ αιτίας των παραβιάσεων του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου από την ίδια την Πολιτεία, η οποία νομοθετεί προσχηματικά, αφού δεν υλοποιεί στη συνέχεια τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή των νομοθετημάτων της(3)…

Ζητήματα τα οποία ο Άρειος Πάγος γνωρίζει πολύ καλά, αλλά ουδέποτε αγγίζει…

Κι αυτό διότι η εγκύκλιος έπρεπε εσπευσμένα να καταλήξει σε μια προειλημμένη απόφαση, αυτή της «αποδέσμευσης των αστυνομικών», παραβλέποντας την παντελή απουσία όλων των άλλων προβλέψεων του άρθρου 96Α', τις οποίες επικαλείται ωστόσο ως ισχύουσες.

Τι παρέβλεψε, λοιπόν, η εγκύκλιος;

Παρέβλεψε την απαράδεκτη και για μια τριετία μέχρι σήμερα(4) καθυστέρηση διαμόρφωσης των προϋποθέσεων για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 96Α ν. 2071/1992, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4931/2022, δηλαδή:

·       την ανυπαρξία συμμετοχής κατάλληλων Κοινοτικών (ιδιωτικών) Μονάδων Ψυχικής Υγείας για την εκτέλεση της μεταφοράς,

·       την παντελή απουσία κατάλληλα διαμορφωμένων οχημάτων μεταφοράς των ψυχικά ασθενών,

·       την απουσία κατά τη μεταφορά του ασθενούς συνοδείας του από ψυχίατρο ή παιδοψυχίατρο, νοσηλευτή και το πρόσωπο με άδεια οδήγησης (του κατάλληλα διαμορφωμένου οχήματος!),

·       τη μη ουσιαστική λειτουργία του Αυτοτελούς Τμήματος Επιχειρήσεων Υγείας του Ε.Κ.Α.Β για τη μεταφορά ψυχικά ασθενών. Να σημειώσουμε εδώ, ότι μόλις πριν ένα περίπου μήνα της τρέχουσας χρονιάς (2025), προστέθηκε στο άρθρο 33 ν. 4633/2019 νέα τροποποίηση, η παρ. 6, η οποία αναφέρεται στη σύσταση στο Ε.Κ.Α.Β. Ειδικού Τμήματος Διαχείρισης Ψυχικά Ασθενών(5).

Παραβλέποντας η εγκύκλιος, λοιπόν, όλες τις προαναφερόμενες ουσιώδεις ελλείψεις, καθώς και την υποστελέχωση και εξαθλίωση του νοσηλευτικού και ιατρικού προσωπικού των ψυχιατρείων και των ψυχιατρικών τμημάτων και εν γένει του ΕΣΥ, εκλαμβάνει ως αξιοπρεπή και ιδίως νομικά αποδεκτή την -κατ’ εξαίρεση(6)- μεταφορά των ψυχικά ασθενών “με όχημα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής από κλιμάκιο δύο (2) αστυνομικών”, και καταλήγει:

«[…] οι συνοδεύοντες τον φερόμενο ως ψυχικά ασθενή, ψυχίατρος ή παιδοψυχίατρος, ο νοσηλευτής (;) και το πρόσωπο, που είναι εφοδιασμένο με την κατάλληλη άδεια οδήγησης (;), προκειμένου να οδηγεί το κατάλληλα διαμορφωμένο όχημα (που δεν υφίστανται), αλλά και οι δύο (2) αστυνομικοί, οι οποίοι συμμετέχουν, κατά περίπτωση, στην ανωτέρω σχετική μεταφορά και συνοδεύουν τον ασθενή, αποδεσμεύονται, από την περαιτέρω διαχείριση του περιστατικού αυτού […].»(7).


ΥΓ: Οι διαρκείς τροποποιήσεις των διατάξεων σχετικά με τη μεταφορά των ψυχικά ασθενών είναι “αναγκαίες” στην Πολιτεία, διότι με τη μέθοδο αυτή διαιωνίζει το πρόβλημα, ενώ παράλληλα εμφανίζεται συμμορφούμενη ως προς τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών και τις συστάσεις της CPT. Πέντε χρόνια πέρασαν από τις συστάσεις (2019) της CPT και μέχρι σήμερα (2025) η μεταφορά των ψυχικά ασθενών κατά την ακούσια νοσηλεία πραγματοποιείται με αστυνομικό όχημα και συνοδούς αστυνομικά όργανα.

Πρόσφατα, με το άρθρο 56 ν. 5243/2025 (ΦΕΚ Α’ 187/31-10-2025), στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 96 του ν. 2071/1992 (Α’ 123) περί της διαδικασίας ακούσιας νοσηλείας σε μονάδα ψυχικής υγείας, συμπληρώθηκε ως εξής: «5 … Η μεταφορά του διενεργείται από το Ειδικό Τμήμα Διαχείρισης Ψυχικά Ασθενών του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας της παρ. 6 του άρθρου 33 του ν. 4633/2019 (Α’ 161), υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν το σεβασμό στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ασθενή, η δε παραμονή του ασθενή εκεί για τις αναγκαίες εξετάσεις δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 48 ώρες.». Ωστόσο, στην παρ. 5 του άρθρου 109 ν. 5243/2025 ορίζεται ό.τι: «Έως την πλήρη έναρξη … εξακολουθούν να ασκούνται από τα όργανα που τις ασκούσαν …».

Τι καταλαβαίνετε;

  

___________________

1.      1. Η ΑΠ 8/2025 εγκύκλιος κοινοποιείται: α) στο Υπουργείο Υγείας - Γενική Διεύθυνση Υπηρεσιών Υγείας — Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας - Τμήμα Α’, β) την «ΕΝΩΣΗ ΙΑΤΡΩΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΩΝ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΑ» («Ε.Ι.Ν.Α.Π.») και γ) το Υπουργείο Δικαιοσύνης (ολόκληρη η εγκύκλιος εδώ: https://eisap.gr/%ce%b5%ce%b3%ce%ba%cf%8d%ce%ba%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%82-8-2025/)

2.     2. Η CPT, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας διατύπωσε, στην από 19 Φεβρουαρίου 2019  και με τα στοιχεία CPT/Inf (2019) 5 Έκθεσή της, τις συστάσεις της, εκτός των άλλων, και σχετικά με τη μεταφορά των ψυχικά ασθενών (εδώ η έκθεση της CPT: https://www.coe.int/el/web/cpt/-/greece-council-of-europe-anti-torture-committee-calls-for-the-situation-of-psychiatric-patients-to-be-improved-while-criticising-once-again-the-poor-t).

3.     3. Οι τροποποίηση της νομοθεσίας όπως ισχύει σήμερα, συνιστά προσχηματική συμμόρφωση της χώρας στις συστάσεις της CPT (βλ. σημ. 2). Και είναι προσχηματική διότι η αστυνομία, με πλήρη εξάρτυση, παραμένει πάντα αναγκαίος συνεργάτης και αρωγός της ασκούμενης ψυχιατρικής.

4.    4. το άρθρο 96Α του ν. 2071/1992 προστέθηκε με το άρθρο 59 Ν.4931/2Ο22 (ΦΕΚ Α’ 94/13-05-2022), και από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει τρία χρόνια και οι μεταφορές των ασθενών πραγματοποιούνται με περιπολικά και συνοδεία αστυνομικών οργάνων.

5.      5. Η παρ. 6, άρ. 33 ν. 4633/2019, όπως προτέθηκε με το άρθρο 55 ν. 5243/2025 (ΦΕΚ Α`187/31-10-2025): «6. Συστήνεται στο Ε.Κ.Α.Β. Ειδικό Τμήμα Διαχείρισης Ψυχικά Ασθενών, το οποίο υπάγεται απευθείας στον Πρόεδρό του. Το Τμήμα είναι αρμόδιο για τη μεταφορά των φερομένων ως ψυχικά ασθενών σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 96 του ν. 2071/1992 (Α’ 123)

6.      6. βλ. περ. β’ παρ. 6, άρθρου 96Α ν. 2071/1992 «[…] β) … σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν καθίσταται εφικτή η συμμετοχή της Κοινοτικής Μονάδας Ψυχικής Υγείας της παρ. 2 στη διαδικασία της μεταφοράς του φερόμενου ως ψυχικά ασθενή, όπως αυτή καθορίζεται στην παρ. 3, η μεταφορά πραγματοποιείται με όχημα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και από κλιμάκιο δύο (2) αστυνομικών. […]».