Στην προηγούμενη ανάρτησή
μου προσπάθησα να αναδείξω τη θεσμική μετατόπιση της Επιτροπής Προστασίας των
Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές από όργανο «ελέγχου» σε όργανο
περισσότερο συμβουλευτικό και διοικητικά ενσωματωμένο στο Υπουργείο Υγείας.
Η εξέταση, όμως, της ίδιας
της σύνθεσής της αποκαλύπτει ότι η μετατόπιση αυτή δεν είναι μόνο νομοθετική, αλλά επεκτείνεται και στη λειτουργία της. Διότι
η «βιτρίνα» δεν κατασκευάζεται μόνο με λέξεις, αλλά απαιτεί και πρόσωπα.
Και,
βέβαια, το ζήτημα εδώ, δεν αφορά την αμφισβήτηση της επιστημονικής ή
επαγγελματικής επάρκειας των συγκεκριμένων προσώπων. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι
προσωπικό, αλλά κατεξοχήν θεσμικό. Διότι, ακόμη και πρόσωπα με βαρύ
βιογραφικό, ακαδημαϊκό κύρος ή δικαστική ιδιότητα δεν αρκούν, όταν εντάσσονται
σε ένα σχήμα του οποίου η αρχιτεκτονική είναι εξαρχής εξαρτημένη από την ίδια
την πολιτική και διοικητική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, την οποία η Επιτροπή οφείλει να ελέγχει.
Η νέα Επιτροπή συγκροτήθηκε ως ένα σχήμα κύρους,
ισορροπιών και ενδοσυστημικής εκπροσώπησης, και όχι ως όργανο εξωτερικού και
ανεξάρτητου ελέγχου. Και αυτό προκύπτει τόσο από ορισμένες επιλεγείσες προσωπικότητες όσο και, κυρίως,
από την υποχρεωτική συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Επιστημονικών
Συμβουλίων Ψυχικής Υγείας των Δ.Υ.Πε.. Εδώ έχουμε μια συνειδητή θεσμική επιλογή υπερεκπροσώπησης του ίδιου του
διοικητικού μηχανισμού στο εσωτερικό ενός οργάνου, το οποίο υποτίθεται ότι συγκροτήθηκε
για να ελέγχει την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων.
Εισαγγελική εξουσία στον έλεγχο
του ίδιου μηχανισμού
Πρόεδρος
της Επιτροπής ορίζεται ο Ηλίας Ζαγοραίος, Εισαγγελέας Εφετών και πρώην Προϊστάμενος
της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.
Η
επιλογή αυτή εγείρει σοβαρό ζήτημα θεσμικής συμβατότητας με τον ρόλο ενός
ανεξάρτητου μηχανισμού προστασίας δικαιωμάτων, όπως αυτός προϋποτίθεται από το
άρθρο 33 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD) και τα
διεθνή πρότυπα ανεξάρτητων θεσμών.
Λόγω
της ιδιότητάς του, συνδέθηκε θεσμικά με την εφαρμογή εισαγγελικών εντολών,
ακούσιων νοσηλειών και ελέγχων δομών ψυχικής υγείας. Δηλαδή, με τον ίδιο τον
μηχανισμό κρατικών παρεμβάσεων που επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα των ψυχικά
πασχόντων.
Το
ζήτημα, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι προσωπικό. Είναι θεσμικό.
Όταν
το ίδιο πρόσωπο που είχε ρόλο στην εφαρμογή αυτών των μηχανισμών καλείται να
προΐσταται ενός οργάνου που οφείλει να ελέγχει τις συνέπειές τους, ανακύπτει
μια εμφανής σύγκρουση ρόλων.
Επιστημονικό κύρος και
εγγύτητα στους παρόχους υπηρεσιών
Ο
Στυλιανίδης Στυλιανός αποτελεί μία από τις πλέον αναγνωρισμένες προσωπικότητες
στον χώρο της ψυχικής υγείας. Είναι, όμως, ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος της
Ε.Π.Α.Ψ.Υ., ενός από τους μεγαλύτερους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας,
που χρηματοδοτείται, λειτουργεί και εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας.
Η
Επιτροπή καλείται, όμως, να εποπτεύει και φορείς του ίδιου συστήματος. Όταν σε αυτή
συμμετέχουν πρόσωπα που έχουν συνδεθεί με βασικούς φορείς υπηρεσιών ψυχικής υγείας,
ανακύπτει σαφές ζήτημα θεσμικής σύγκρουσης ρόλων.
Από την εκτελεστική εξουσία στο «ανεξάρτητο» όργανο
Η
Παπακώστα Ειρήνη ορίζεται μέλος της Επιτροπής, ενώ συμμετέχει σε
διοικητικά συμβούλια εποπτευόμενων φορέων ψυχικής υγείας, παράλληλα, δε, υπηρετεί ως μετακλητή στο Ιδιαίτερο Γραφείο του Υφυπουργού Υγείας, αρμόδιου για την ψυχική υγεία.
Πρόκειται,
δηλαδή, για πρόσωπο που δεν βρίσκεται εκτός της διοίκησης, αλλά έχει ενταχθεί στον
πυρήνα της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας.
Πώς μπορεί ένα τέτοιο
πρόσωπο να λειτουργήσει ως ανεξάρτητο μέλος ενός οργάνου που καλείται να
ελέγχει την ίδια εξουσία που υπηρετεί;
Η
επιλογή αυτή όχι μόνο δεν ενισχύει την ανεξαρτησία, αλλά την υπονομεύει, θέτοντας
εν αμφιβόλω την απαιτούμενη απόσταση, την αντικειμενικότητα και, τελικώς, την
ίδια την αξιοπιστία του ελεγκτικού ρόλου της Επιτροπής.
Εκπροσώπηση
ληπτών ή θεσμική ενσωμάτωση;
Η
Νομίδου Αικατερίνη, ως Πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ., ορίζεται ως εκπρόσωπος των
ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ωστόσο, έχει ήδη συμμετάσχει σε επιτροπές του
Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, δηλαδή σε θεσμικά όργανα του ίδιου του Υπουργείου,
ενώ και η ίδια η Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ. χρηματοδοτείται από το κράτος. Το γεγονός αυτό
δεν αναιρεί τον ρόλο της, αλλά δείχνει ότι, η εκπροσώπηση δεν προέρχεται από
έναν εντελώς ανεξάρτητο χώρο.
Όταν
η «φωνή των ληπτών» είναι ήδη ενταγμένη σε κρατικές διαδικασίες, η
ανεξαρτησία της εκπροσώπησης καθίσταται σχετική.
Εκπροσώπηση
ή διαμεσολάβηση;
Ο
Σαμουηλίδης Αναστάσιος, δικηγόρος, ορίζεται ως εκπρόσωπος των ληπτών υπηρεσιών
ψυχικής υγείας. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει ένα διαφορετικό ζήτημα. Τη φύση της
εκπροσώπησης. Η εκπροσώπηση των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας προϋποθέτει άμεση συμμετοχή ή σαφή
οργανική σύνδεση με τον χώρο των ίδιων των ληπτών. Η τοποθέτηση στην Επιτροπή ενός νομικού μετατοπίζει
την εκπροσώπηση προς τη διαμεσολάβηση.
Αντί για τη φωνή των ίδιων των υποκειμένων των
δικαιωμάτων, εμφανίζεται μια φωνή που μιλά εξ ονόματός τους.
Κύρος
χωρίς απόσταση
Στη σύνθεση της Επιτροπής
συμμετέχουν επίσης πανεπιστημιακοί και επαγγελματίες με σημαντική επιστημονική
διαδρομή. Η παρουσία τους, είναι βέβαιο, ενισχύει
την εικόνα επάρκειας και «πολυεπιστημονικότητας» της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν διασφαλίζει κατ’
ανάγκη την ανεξαρτησία της. Πρόκειται, κατά κανόνα,
για πρόσωπα που έχουν ήδη παρουσία και ρόλο στον χώρο της ψυχικής υγείας,
μέσω πανεπιστημιακών, θεσμικών ή επαγγελματικών δομών. Έτσι,
αντί να συγκροτείται μια Επιτροπή που τα μέλη δεν προέρχονται από τη διοίκηση, αναπαράγεται, σε
μεγάλο βαθμό, το ίδιο το σύστημα.
Και
οι 7 Πρόεδροι των Ε.Συ.Ψ.Υ.: η θεσμοθέτηση της σύγκρουσης ρόλων
Αν τα παραπάνω εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ως προς την ανεξαρτησία της Επιτροπής, η
υποχρεωτική συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Επιστημονικών Συμβουλίων Ψυχικής
Υγείας των Δ.Υ.Πε. τα μετατρέπει σε βεβαιότητα.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 3329/2005, όπως ισχύει, οι
Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.)
είναι αρμόδιες για τον προγραμματισμό, τον συντονισμό και την υλοποίηση των
πολιτικών ψυχικής υγείας, ενώ τα Επιστημονικά Συμβούλια Ψυχικής Υγείας (Ε.Συ.Ψ.Υ.) λειτουργούν ως εσωτερικά επιστημονικά όργανα των Δ.Υ.Πε., με ενεργό ρόλο στη
διαμόρφωση και λειτουργία του συστήματος.
Ειδικότερα,
τα Ε.Συ.Ψ.Υ. γνωμοδοτούν για κρίσιμα ζητήματα, όπως η οργάνωση των εφημεριών, η
λειτουργία των δομών, οι θεραπευτικές διαδικασίες και η κατανομή των ακούσιων
νοσηλειών, ενώ εισηγούνται μέτρα πολιτικής και συμμετέχουν στη διαμόρφωση της
λειτουργίας του περιφερειακού δικτύου ψυχικής υγείας. Οι Πρόεδροί τους είναι, κατά κανόνα, ανώτερα
στελέχη του Ε.Σ.Υ. ή/και πανεπιστημιακοί, με άμεση και καθοριστική εμπλοκή στη λειτουργία και
οργάνωση του ίδιου του συστήματος.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η υποχρεωτική συμμετοχή τους
στην Επιτροπή προστασίας δικαιωμάτων δημιουργεί μια καταφανή θεσμική σύγκρουση
ρόλων. Διότι, τα ίδια πρόσωπα καλούνται να συμμετέχουν στη διαμόρφωση και λειτουργία
του συστήματος και, ταυτόχρονα, να το ελέγχουν για παραβιάσεις δικαιωμάτων.
Τα πρόσωπα αυτά αποτελούν τμήμα του ίδιου
διοικητικού και επιστημονικού μηχανισμού, που γνωμοδοτεί για ακούσιες νοσηλείες,
εισηγείται για οργάνωση δομών και συμμετέχει στη λειτουργία του συστήματος. Με
άλλα λόγια, πρόκειται για τον ίδιο μηχανισμό που η Επιτροπή καλείται να
εποπτεύει. Εδώ δεν έχουμε απλώς θεσμική εγγύτητα. Έχουμε
θεσμοθέτηση της σύγκρουσης. Ο ελεγκτής ενσωματώνει τον ελεγχόμενο.
Και αυτό δεν αποτελεί, απλώς, εσωτερική αντίφαση, αλλά αντίκειται σε θεμελιώδεις διεθνείς αρχές για την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων. Σύμφωνα με τις "Δέκα Βασικές Αρχές" του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO/MNH/MND/96.9), σχετικά με τη νομοθεσία περί την ψυχική υγεία, η εφαρμογή του πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων πρέπει να παρακολουθείται από ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο, διακριτό τόσο από τις διοικητικές αρχές όσο και από τους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκρότηση της Επιτροπής, με τη συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Ε.Συ.Ψ.Υ. -ενταγμένων στον ίδιο τον διοικητικό και λειτουργικό μηχανισμό που καλείται να ελέγχει-, θέτει σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με τα διεθνή πρότυπα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.
Η ανεξαρτησία ως «εικόνα»
Η νέα Επιτροπή
συγκροτείται από πρόσωπα με κύρος, εμπειρία και θεσμική παρουσία. Αυτό, όμως,
δεν αρκεί. Διότι η ανεξαρτησία δεν
εξασφαλίζεται από το κύρος των προσώπων, αλλά από την απόσταση που έχουν απ’ το
σύστημα, που καλούνται να ελέγξουν.
Και στην προκειμένη
περίπτωση, η απόσταση αυτή εμφανίζεται περιορισμένη.
Η Επιτροπή παρουσιάζεται
ως πολυμελής, πολυεπιστημονική και «ανεξάρτητη». Στην ουσία, όμως, λειτουργεί
ως μια καλά δομημένη θεσμική «βιτρίνα».
Μια βιτρίνα που δημιουργεί την εικόνα
ελέγχου, χωρίς να τον εξασφαλίζει.