Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Η «ομογενοποίηση» ως διοικητικός αναχρονισμός στην ψυχοκοινωνική αποκατάσταση


Η απόφαση της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου με τίτλο «Ομογενοποίηση διαδικασιών και τήρηση θεσμικού πλαισίου στις Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης»*, φαίνεται να εκκινεί από έναν θεμιτό σκοπό: την πρόληψη φαινομένων κακομεταχείρισης, αυθαιρεσίας και οικονομικών ατασθαλιών σε στεγαστικές δομές ψυχικής υγείας.

Ωστόσο, το πρόβλημα που προκύπτει δεν εντοπίζεται στον σκοπό που επιδιώκει, αλλά στη μέθοδο που επιλέγεται για την επίτευξή αυτού του σκοπού.

Διότι το διεθνές και το ελληνικό δίκαιο, που διέπουν την ψυχική υγεία, δεν επιτρέπουν η προστασία να μετατρέπεται σε οριζόντια διοικητική υποκατάσταση της βούλησης του ενοίκου, ούτε η ψυχοκοινωνική αποκατάσταση να αποψιλώνεται από τον θεραπευτικό της πυρήνα και να ανασυγκροτείται ως σύστημα διαρκούς λογιστικής επιτήρησης.

Ο ν. 2716/1999 και ο ν. 5129/2024 μιλούν για κοινοτική ψυχιατρική, αποασυλοποίηση, ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και κοινωνική επανένταξη. Αντίστοιχα, η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, την οποία η χώρα μας έχει κυρώσει με τον ν. 4074/2012, κατοχυρώνει την αξιοπρέπεια, την ατομική αυτονομία, την ισότιμη νομική ικανότητα, την ανεξάρτητη διαβίωση και την ένταξη στην κοινότητα. Και οι αρχές αυτές δεν αποτελούν διακοσμητικές διακηρύξεις, αλλά δεσμευτικά κριτήρια ερμηνείας κάθε διοικητικής παρέμβασης στις δομές ψυχικής υγείας. Ιδίως το άρθρο 19 της Σύμβασης, όπως ερμηνεύεται από το Γενικό Σχόλιο αριθμ. 5 της Επιτροπής CRPD και τις Κατευθυντήριες Γραμμές του 2022 για την αποϊδρυματοποίηση, καθιστά σαφές ότι η αποασυλοποίηση δεν εξαντλείται στη μεταφορά των ψυχικά ασθενών εκτός ψυχιατρείων. Προϋποθέτει πραγματικό έλεγχο της καθημερινής ζωής, υποστηριζόμενη και όχι υποκατεστημένη λήψη αποφάσεων και υπηρεσίες που δεν αναπαράγουν, ακόμη και σε «κοινοτική» μορφή, λογικές επιτήρησης, εξάρτησης και ομοιόμορφης συμμόρφωσης.

Η κεντρική νομική θέση είναι απλή: ο έλεγχος είναι νόμιμος όταν είναι στοχευμένος, τεκμηριωμένος, εξατομικευμένος και ο λιγότερο επαχθής. Γίνεται προβληματικός όταν γενικεύεται σε όλους, ανεξαρτήτως κλινικής εικόνας, λειτουργικότητας και πραγματικού κινδύνου.

Αυτό προκύπτει από την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος, από το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του άρθρου 5, από τη φιλοσοφία του ν. 2716/1999, αλλά και από τον ίδιο τον Αστικό Κώδικα. Όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη περιορισμού της δικαιοπρακτικής ικανότητας ή υποστήριξης στη λήψη αποφάσεων, η οδός είναι δικαστική, με ελάχιστους αναγκαίους περιορισμούς, συνεκτίμηση της γνώμης του προσώπου και αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων. Δεν μπορεί να υποκαθίσταται από εσωτερικές διοικητικές παρακάμψεις μέσω οριζόντιων πρωτοκόλλων.

Ασφαλώς, ορισμένα μέτρα της απόφασης μπορούν, κατ’ αρχήν, να ερείδονται σε μια θεμιτή λογική προστασίας των δικαιωμάτων των ενοίκων. Η αποκατάσταση του ελέγχου του ενοίκου επί του προσωπικού τραπεζικού του λογαριασμού, για παράδειγμα, μπορεί να είναι ορθή. Η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές του Υπουργείου Υγείας είχε ήδη επισημάνει από το 2018 ότι, όποιος δεν τελεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης διατηρεί τη δικαιοπρακτική του ικανότητα και ότι η παρεμπόδιση πρόσβασης στον τραπεζικό του λογαριασμό είναι παράνομη, αυθαίρετη και αντίθετη στην αυτοδιάθεση και στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση.

Το ίδιο, όμως, μέτρο εκτρέπεται όταν μεταφράζεται σε άκαμπτο, καθολικό και πρακτικά ανεφάρμοστο καθεστώς «τραπεζικής συμμόρφωσης», χωρίς εξατομικευμένη στήριξη, χωρίς εύλογες προσαρμογές και χωρίς σεβασμό στη βούληση και στις πραγματικές δυνατότητες του ίδιου του προσώπου.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η καθολική απαγόρευση κάθε κοινού ταμείου. Άλλο πράγμα είναι η απαγόρευση αδιαφανούς φύλαξης χρημάτων από τη δομή και άλλο η κατάργηση κάθε μικρής, εθελοντικής και διαφανούς συλλογικής δαπάνης για ανάγκες της καθημερινής ζωής. Στις στεγαστικές δομές η κοινή ζωή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά μέρος της αποκατάστασης.

Αντίστοιχα, η μετατροπή του Προσώπου Αναφοράς σε συλλέκτη αποδείξεων, τηρητή βιβλίων και ενδιάμεσο οικονομικής εποπτείας αλλοιώνει τον θεραπευτικό του ρόλο. Ο θεραπευτικός δεσμός δεν μπορεί να συνυπάρχει χωρίς κόστος με ρόλους ελεγκτή, απολογιστή και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αστικός Κώδικας αποκλείει από τον ρόλο του δικαστικού συμπαραστάτη πρόσωπα που συνδέονται στενά με τη μονάδα όπου διαμένει ή θεραπεύεται ο συμπαραστατούμενος. Αυτό που ο νομοθέτης αποκλείει στη δικαστική οδό δεν μπορεί να επανεισάγεται πλαγίως με διοικητικές οδηγίες.

Το ίδιο ζήτημα ανακύπτει και με τα θεωρημένα πρακτικά της Πολυκλαδικής Θεραπευτικής Ομάδας και τη διαβίβασή τους στη διοίκηση. Η ΠΘΟ δεν είναι λογιστική επιτροπή. Είναι θεραπευτικός και αποκαταστασιακός πυρήνας. Η διοίκηση μπορεί να ελέγχει ότι οι συνεδριάσεις γίνονται και ότι τα Ατομικά Θεραπευτικά Προγράμματα υπάρχουν και εφαρμόζονται. Δεν μπορεί, όμως, να διεισδύει αδιακρίτως στο εσωτερικό της κλινικής συζήτησης, ιδίως όταν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα υγείας. Εδώ τίθενται ζητήματα άρθρου 8 ΕΣΔΑ, άρθρου 22 CRPD, ΓΚΠΔ και αρχής ελαχιστοποίησης των δεδομένων.

Το ίδιο ισχύει και για την οριζόντια αναθεώρηση όλων των Ατομικών Θεραπευτικών Προγραμμάτων με ενιαία διοικητικά ορόσημα. Τα ΑΘΠ δεν είναι φόρμες συμμόρφωσης, αλλά εργαλεία εξατομικευμένης θεραπευτικής και αποκαταστασιακής πορείας. Όταν αναθεωρούνται όχι με βάση την κλινική ανάγκη, αλλά με βάση διοικητική προθεσμία, παύουν να λειτουργούν ως εργαλεία θεραπείας και μετατρέπονται σε μηχανισμούς διοικητικής συμμόρφωσης.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από την εν λόγω απόφαση της 2ης ΥΠε είναι σαφές: η απόφαση φαίνεται να μετακινεί το σύστημα από τον στοχευμένο έλεγχο των φορέων σε μια οριζόντια δυσπιστία έναντι ενοίκων και εργαζομένων. Και στο σημείο αυτό ακριβώς η «ομογενοποίηση» παύει να είναι τεχνικό εργαλείο και γίνεται δικαιοπολιτικό πρόβλημα.

Το ορθό ερώτημα δεν είναι αν η διοίκηση δικαιούται να ελέγχει. Βεβαίως και δικαιούται. Το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο και μέχρι ποιο σημείο. Ο έλεγχος πρέπει να είναι νόμιμος, αναγκαίος, πρόσφορος, αναλογικός και εξατομικευμένος. Πρέπει να στρέφεται πρωτίστως στα οργανωτικά και διαχειριστικά ελλείμματα των φορέων και όχι να αναδιατάσσει την καθημερινή ζωή των ενοίκων σαν να ήταν οι ίδιοι το πρόβλημα.

Η ψυχοκοινωνική αποκατάσταση δεν είναι λογιστική διαδικασία. Δεν μπορεί να εξαντλείται σε βιβλία, πρακτικά, εγκρίσεις, υπογραφές, επιτροπές και διαβιβάσεις. Σε ήδη υποστελεχωμένες δομές, η υπερφόρτωση των επαγγελματιών με διοικητικά και λογιστικά καθήκοντα αποσπά χρόνο και ενέργεια από τον πραγματικό σκοπό της δομής: τη θεραπευτική σχέση, την κοινωνική υποστήριξη, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την ένταξη στην κοινότητα.

Ο πραγματικός κίνδυνος, όμως, είναι βαθύτερος. Διότι, ο ιδρυματισμός δεν επανεμφανίζεται πάντοτε με τη μορφή των μεγάλων ψυχιατρείων, τις κλειδωμένες πόρτες και τη μορφή εμφανούς εγκλεισμού. Ο ιδρυματισμός, ενίοτε, επιστρέφει μέσα από προεγκρίσεις, τυποποιημένη δυσπιστία, οικονομική μικροδιαχείριση, καταγραφή της καθημερινότητας και διοικητικά πρωτόκολλα. Μπορεί, δηλαδή, να επιστρέψει ως «ομογενοποίηση».

Η απάντηση, ασφαλώς, δεν μπορεί να είναι η αδράνεια. Αυτό που απαιτείται είναι ένα διαφορετικό μείγμα μέτρων: αυστηρότερο απέναντι στους φορείς, όχι βαρύτερο απέναντι στους ενοίκους. Χρειάζονται στοχευμένοι έλεγχοι βάσει κινδύνου, εξατομικευμένα πρωτόκολλα υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων, διαχωρισμός θεραπευτικού και λογιστικού ρόλου, προστασία των δεδομένων υγείας, δυνατότητα παραπόνων και περιοδική ανεξάρτητη αξιολόγηση των μέτρων.

Με απλά λόγια: η απάντηση στην όποια κακομεταχείριση και στις οικονομικές ατασθαλίες δεν μπορεί να είναι ο περιορισμός της αυτονομίας εκείνων που υποτίθεται ότι προστατεύονται

Διότι, όταν η «προστασία» μετατρέπεται σε μηχανισμό επιτήρησης, τότε η ψυχιατρική μεταρρύθμιση αντί να συναντηθεί με την κοινότητα, επιστρέφει, έστω με διαφορετικό πρόσωπο, στον νεοϊδρυματισμό.


______

* Εδώ η απόφαση της 2ης Υ.Πε.

**Πίνακας Colconda, 1953, του Rene Magritte (1898-1967).

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Από την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση στη διοικητική επιτήρηση;

Στον απόηχο του πορίσματος της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ)

Η “προστασία” δεν μπορεί να γίνει μηχανισμός ελέγχου των ψυχικά ασθενών
 _________


«Το Υπουργείο Υγείας, κατόπιν της αξιολόγησης του τελικού πορίσματος, θα προβεί σε κάθε αναγκαία και προβλεπόμενη από τη νομοθεσία ενέργεια».

Με αυτή τη φράση έκλεισε το Υπουργείο Υγείας, στις 6 Μαΐου 2026, την ανακοίνωσή του για την υπόθεση που αποκαλύφθηκε σε Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης στη Δυτική Ελλάδα, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι το τελικό πόρισμα της ΕΑΔ παραδόθηκε την ίδια ημέρα και ότι θα διαβιβαστεί και στις εισαγγελικές αρχές.

Η υπόθεση ασφαλώς και είναι ιδιαιτέρως σοβαρή. Τα δημοσιευμένα στοιχεία αναφέρονται σε κακομεταχείριση, σε μη καταγεγραμμένους περιορισμούς, σε σοβαρές παρατυπίες στη διαχείριση των οικονομικών των ενοίκων και, γενικότερα, σε σημαντικές παραβιάσεις στη λειτουργία της δομής. Πρόκειται, επομένως, για μια υπόθεση που απαιτεί πλήρη διερεύνηση, λογοδοσία και ουσιαστική εποπτεία των αρμοδίων αρχών.

Το κρίσιμο, όμως, ζήτημα αρχίζει ακριβώς από εκεί και πέρα. Διότι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, η παρούσα κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι αντιμετωπίζει τις παθογένειες της ψυχικής υγείας, και όχι μόνο, με υποστελέχωση του προσωπικού, με υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών, με παντελή απουσία εκπαίδευσης του προσωπικού και με προσχηματική στήριξη της κοινοτικής ψυχιατρικής.

Γι’ αυτό, πίσω από την τυπική διοικητική έκφραση του Υπουργείου Υγείας των «αναγκαίων ενεργειών» διαγράφεται ο κίνδυνος ένα ακραίο, αλλά υπαρκτό, περιστατικό να αξιοποιηθεί ως αφορμή για τη νομιμοποίηση ενός νέου κύκλου κανονιστικών παρεμβάσεων, εγκυκλίων, οδηγιών συμμόρφωσης και μηχανισμών διαρκούς διοικητικής επιτήρησης.

Μια τέτοια αντιμετώπιση, όμως, συνιστά ασφυκτική παρεμβατικότητα στις στεγαστικές δομές. Διότι, η απάντηση στα φαινόμενα κακομεταχείρισης, αυθαιρεσίας και οικονομικών ατασθαλιών δεν μπορεί να είναι η περιστολή, οριζόντια μάλιστα, της αυτονομίας των ψυχικά ασθενών, ούτε η μετατροπή της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης σε καθεστώς διαρκούς οικονομικής εποπτείας και λογιστικών εγγραφών. Η απάντηση σ’ αυτά τα φαινόμενα είναι η ουσιαστική εποπτεία των δομών, ο ουσιαστικός έλεγχος και η λογοδοσία των φορέων, σε συνδυασμό με την συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού και την ενίσχυση των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Διαφορετικά, η σοβαρή αυτή υπόθεση που είδε το φως της δημοσιότητας θα μετατραπεί σε εργαλείο νομιμοποίησης μιας νέας γενικευμένης λογικής «προστασίας», «διαφάνειας» και «εξορθολογισμού».

Μόνο που η λογική αυτή δεν θα στραφεί τελικά κατά των πραγματικών μηχανισμών κακοποίησης και αυθαιρεσίας, αλλά θα στραφεί σε βάρος της αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και, εν τέλει, της ίδιας της καθημερινής ζωής των ψυχικά πασχόντων ενοίκων.

Διότι, η ιστορία της ψυχιατρικής έχει επανειλημμένα δείξει ότι, τα πιο «τακτοποιημένα» διοικητικά συστήματα υπήρξαν συχνά και τα πιο αυταρχικά.


____

The Prison Courtyard (ή Η Αυλή της Φυλακής) είναι πίνακας ζωγραφικής του Vincent van Gogh, φιλοτεχνημένος το 1890 κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο άσυλο του Σαιν-Ρεμί στη Γαλλία. Το έργο αποτελεί μελέτη πάνω στην απομόνωση και την ψυχική δέσμευση, αποτυπώνοντας κρατουμένους να κάνουν κύκλο σε μια αυλή φυλακής.

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

«Η “ολοκλήρωση” της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης - Όταν η πρόσβαση γίνεται αναστολή»

Η ανάλυση στην προηγούμενη ανάρτηση, της Θεοδώρας Πουλή*, αποτυπώνει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η νέα εγκύκλιος εφαρμόζεται στην πράξη, και αναδεικνύει κρίσιμες λειτουργικές και οργανωτικές μεταβολές της διαδικασίας μετάβασης σε Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης
Με αφορμή, λοιπόν, την ανωτέρω πρακτική προσέγγιση, καθίσταται αναγκαία μια συμπληρωματική θεώρηση από τη σκοπιά του δικαίου, προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσο οι μεταβολές αυτές συνάδουν με το ισχύον συνταγματικό και διεθνές πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών.

****
Η νέα εγκύκλιος για τη μετάβαση ασθενών σε Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (Μ.Ψ.Α.) καταδεικνύει ότι η διακηρυγμένη “ολοκλήρωση” της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης συνοδεύεται, στην πράξη, από μια ουσιώδη απόκλιση μεταξύ διακήρυξης και εφαρμογής: η πρόσβαση στις Μ.Ψ.Α. παύει να είναι άμεση και καθολική και τίθεται σε αναστολή για σημαντικό τμήμα των ψυχικά ασθενών. 

Η νεότερη εγκύκλιος, με αριθ. πρωτ. Γ3α,β/Γ.Π.οικ.34237/31.07.2025, αντικαθιστά ρητά την εγκύκλιο Γ3α,β/Γ.Π.οικ.131/04.01.2021 και μεταφέρει τη διαδικασία μετάβασης σε Μ.Ψ.Α. από το μοντέλο των Υ.Πε. με «Διαχειριστές Κενών Θέσεων» στο νέο διοικητικό σχήμα του ν. 5129/2024, δηλαδή στις Διευθύνσεις Ψυχικής Υγείας των Δ.Υ.Πε. και στα Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ. Η μεταβολή αυτή είναι ουσιαστική, διότι αλλάζει τα αρμόδια όργανα, τον τρόπο συλλογής δεδομένων, τη ροή των φακέλων, τη διαχείριση των αντιρρήσεων και την παρακολούθηση της πληρότητας των θέσεων. 

Παρά τη διοικητική αυτή αναδιάρθρωση, η νέα εγκύκλιος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανεξάρτητη. Ειδικότερα, δεν προβλέπεται συμμετοχή στην επιτροπή ανεξάρτητου μέλους, εκπροσώπου δικαιωμάτων, νομικού, λήπτη υπηρεσιών ή μέλους οικογένειας έστω με συμβουλευτικό ρόλο, ενώ όλα τα μέλη της προέρχονται από πρόσωπα του ίδιου συστήματος. Δεν προβλέπονται, επίσης, σαφής τρόπος λήψης των αποφάσεων, γνωστά εκ των προτέρων κριτήρια στάθμισης και τυποποιημένη, πλήρης και αναλυτική αιτιολόγηση, γεγονός που αφήνει περιθώριο αυθαιρεσίας και δυσχεραίνει τον έλεγχο νομιμότητας. Περαιτέρω, δεν προβλέπεται διαδικασία ένστασης του ασθενούς ούτε εξωτερικός έλεγχος, ενώ η εφαρμογή της εγκυκλίου δεν είναι επαρκώς ελέγξιμη από τον ίδιο τον λήπτη υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται και κίνδυνος ανομοιόμορφης εφαρμογής από μονάδα σε μονάδα. Με άλλα λόγια, η νέα εγκύκλιος αυξάνει την πολυπλοκότητα της διοίκησης, χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχες διαδικαστικές εγγυήσεις. 

Πέραν των ανωτέρω, η σοβαρότερη αλλαγή που εισάγει η νέα εγκύκλιος είναι η οριζόντια αναστολή εξέτασης των αιτημάτων των μη χρόνιων ασθενών. Με τον τρόπο αυτό θεσπίζεται κατ' ουσίαν γενικευμένος αποκλεισμός πρόσβασης στις Μ.Ψ.Α., δεδομένου ότι η αναστολή εξέτασης, λόγω της οριζόντιας εφαρμογής της, ματαιώνει την εξατομικευμένη κρίση και αναιρεί στην πράξη την έγκαιρη πρόσβαση στις υπηρεσίες. Παράλληλα, ευνοούνται οι ήδη νοσηλευόμενοι έναντι εκείνων που στηρίζονται σε κοινοτικές υπηρεσίες. 

Ιδίως, παραμένουν αδιευκρίνιστα κρίσιμα ζητήματα, όπως ο ακριβής ορισμός του «χρόνιου περιστατικού», το ακριβές χρονικό σημείο ολοκλήρωσης της αποασυλοποίησης που θα άρει την αναστολή για τους μη χρόνιους ασθενείς, η συγκεκριμένη Κλίμακα Αξιολόγησης Λειτουργικότητας που θα χρησιμοποιείται, καθώς και τυχόν υποχρέωση αποχής μέλους της επιτροπής σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων. Οι ελλείψεις αυτές επηρεάζουν άμεσα το θεσμικό υπόβαθρο προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών, όπως αυτό έχει ήδη διαμορφωθεί στον ν. 2716/1999, καθώς και την ασφάλεια δικαίου και την ίση μεταχείριση. 

Εν κατακλείδι, η ρύθμιση της νέας εγκυκλίου δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ κατηγοριών ασθενών και περιορίζει την πραγματική πρόσβαση σε αναγκαίες υπηρεσίες φροντίδας, κατά παράβαση του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, του άρθρου 4 παρ. 1 περί ισότητας και του άρθρου 25 παρ. 1 περί αναλογικότητας. Περαιτέρω, αντίκειται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, ιδίως στα άρθρα 19 και 25, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το πρίσμα των άρθρων 8 και 14, καθόσον καθόσον η επιβαλλόμενη καθυστέρηση και η κατηγοριοποίηση των ασθενών οδηγούν σε ουσιώδη στέρηση πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινοτικής επανένταξης χωρίς επαρκή, αντικειμενική και αναλογική δικαιολόγηση.

_______
* βλ. την προηγούμενη ανάρτηση: «Η νέα διαδικασία μετάβασης σε Μ.Ψ.Α.: πρακτική αποτύπωση και κρίσιμες παρατηρήσεις». Άρθρο της Θεοδώρας Πουλή, ψυχολόγου.

«Η νέα διαδικασία μετάβασης σε Μ.Ψ.Α.: πρακτική αποτύπωση και κρίσιμες παρατηρήσεις». Άρθρο της Θεοδώρας Πουλή, ψυχολόγου*

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ ΣΕ ΜΟΝΑΔΕΣ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ Ε.Δ.Υ.Ψ.Υ.

(Κατάργηση της εγκυκλίου Γ3α,β/Γ.Π.οικ.131/04.01.2021 και αντικατάστασή της από τη Γ3α,β/Γ.Π.οικ.34237/31.07.2025)

Η νέα εγκύκλιος τροποποιεί ουσιωδώς τη διαδικασία μετάβασης σε Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (Μ.Ψ.Α.), εισάγοντας αλλαγές τόσο ως προς τα αρμόδια όργανα όσο και ως προς τη λειτουργική διαχείριση των αιτημάτων.

Υποβολή αιτήματος

Το αίτημα μετάβασης μπορεί πλέον να υποβάλλεται από:

  • την Κοινωνική Υπηρεσία Μονάδας Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ.,
  • την Κοινωνική Υπηρεσία γενικού ή πανεπιστημιακού νοσοκομείου, καθώς και από Κέντρα Υγείας και Κέντρα Ψυχικής Υγείας,
  • τις Κοινωνικές Υπηρεσίες Ο.Τ.Α., Κέντρων Κοινότητας και Ν.Π.Δ.Δ. που παρέχουν υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας.

Δικαιολογητικά

Το αίτημα συνοδεύεται από:

  • δήλωση συναίνεσης του ασθενούς ή του δικαστικού συμπαραστάτη,
  • ψυχιατρική γνωμάτευση (διάγνωση κατά ICD-10, περιγραφή κλινικής εικόνας και λειτουργικότητας),
  • κοινωνική έκθεση (υποστηρικτικό περιβάλλον, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση),
  • στοιχεία σχετικά με τρέχουσα ή προηγούμενη νοσηλεία, η οποία πλέον δεν τίθεται ως απόλυτη προϋπόθεση αλλά αξιολογείται ως σημαντικό κριτήριο.

Διοικητική δομή και επιτροπή

Το αίτημα υποβάλλεται στο Τμήμα Θεραπευτικών Διαδικασιών της οικείας Δ.Υ.Πε., το οποίο έχει την εποπτεία της διαδικασίας. Καταργείται, έτσι, ο θεσμός του «Διαχειριστή Κενών Θέσεων».

Συγκροτείται Επιτροπή Διαχείρισης της Μετάβασης με διετή θητεία, σε επίπεδο Δ.Υ.Πε., η οποία αποτελείται αποκλειστικά από προϊσταμένους διοικητικών και υγειονομικών δομών (διευθυντές και προϊσταμένους τμημάτων ψυχικής υγείας, κοινωνικής εργασίας και ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης).

Σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς, δεν γίνεται ρητή αναφορά σε συγκεκριμένες επιστημονικές ειδικότητες (π.χ. ψυχίατρος, κοινωνικός λειτουργός), αλλά στη διοικητική θέση των μελών.

Η επιτροπή αποφασίζει εντός 15 ημερών από την υποβολή του αιτήματος.

Κριτήρια αξιολόγησης

Τα βασικά κριτήρια περιλαμβάνουν:

  • το ιστορικό και τη διάρκεια νοσηλειών,
  • την ύπαρξη ή μη υποστηρικτικού περιβάλλοντος,
  • την εντοπιότητα,
  • κοινωνικοοικονομικά δεδομένα,
  • τη διασφάλιση θεραπευτικής συνέχειας,
  • τον χρόνο υποβολής του αιτήματος,
  • τη λειτουργικότητα (με εισαγωγή Κλίμακας Αξιολόγησης Λειτουργικότητας),
  • τον τύπο της κατάλληλης δομής.

Συνεκτιμώνται επίσης στοιχεία όπως η ύπαρξη πιστοποίησης αναπηρίας (ΚΕΠΑ) και τα εισοδηματικά δεδομένα.

Διαχείριση θέσεων και διαδικασία μετάβασης

Οι Μ.Ψ.Α. δηλώνουν τη διαθεσιμότητα θέσεων μέσω διοικητικής πλατφόρμας, ενώ τα στοιχεία διαβιβάζονται στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας. Η πρόσβαση στην πληροφορία αυτή δεν είναι πλέον άμεσα διαθέσιμη στους ενδιαφερόμενους, όπως συνέβαινε σε κάποιο βαθμό στο προηγούμενο σύστημα.

Μετά την αντιστοίχιση ασθενούς και θέσης, ακολουθεί διαδικασία σταδιακής ένταξης, σύμφωνα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο μετάβασης (επισκέψεις, αξιολόγηση, δοκιμαστική περίοδος).

Σε περίπτωση αντίρρησης της Μονάδας υποδοχής:

  • αν γίνει δεκτή, η μετάβαση ακυρώνεται και αναζητείται νέα δομή,
  • αν απορριφθεί, η απόφαση της επιτροπής είναι δεσμευτική και η διαδικασία προχωρά.

Ειδικές περιπτώσεις

  • Σε περιπτώσεις έκτακτης διακοπής λειτουργίας μονάδας, οι ωφελούμενοι μετακινούνται άμεσα σε διαθέσιμες θέσεις, χωρίς τήρηση της τυπικής διαδικασίας.
  • Σε περίπτωση αδυναμίας προσαρμογής, υποβάλλεται νέο αίτημα για επανεξέταση και μετακίνηση.
  • Μετακινήσεις εντός του ίδιου φορέα πραγματοποιούνται με απλή ενημέρωση, χωρίς απόφαση της επιτροπής.

Κρίσιμη ρύθμιση

Η νέα εγκύκλιος προβλέπει ότι, μέχρι την ολοκλήρωση της μετάβασης των χρόνιων και «αζήτητων» περιστατικών από τα ψυχιατρικά τμήματα σε Μ.Ψ.Α., αναστέλλεται η εξέταση νέων αιτημάτων, καθώς και εκκρεμών.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Η νέα εγκύκλιος δεν εισάγει ούτε αφαιρεί ευθέως κάποιο δικαίωμα. Οι δικαιούχοι, τα κριτήρια ,τα ακολουθούμενα πρωτόκολλα έκτακτων αναγκών, προσαρμογής κτλ. παραμένουν τα ίδια, με το βάρος να πέφτει στην αλλαγή των οργανωτικών  και «γραφειοκρατικών» πρακτικών , παρέχοντας την εντύπωση μιας ταχύτερης και πιο  «οργανωμένης» διαδικασίας, το οποίο εκ πρώτης όψεως , οι ενδιαφερόμενοι θα το εκλάβουν είτε ως αδιάφορο είτε ως θετικό.

ΩΣΤΟΣΟ

Η νέα εγκύκλιος εγείρει τα εξής ζητήματα:

1.      Δεν υπάρχει πουθενά η δυνατότητα, αν όχι  επιλογής, υπόδειξης  μιας ΜΨΑ επιθυμίας ( από τον ωφελούμενο, το φροντιστή, το θεράποντα κτλ.), κάτι που («δικαίωμα στην κατοικία- άρθρ. δικαίωμα επιλογής θεραπευτικού πλαισίου ). Επίσης δεν υπάρχει δυνατότητα για άμεση επικοινωνία της πλευράς του υποψήφιου την επιτροπή ή ενημέρωσης της πορείας του αιτήματος (δικαίωμα πληροφόρησης- ενημέρωσης, πρόσβασης σε δεδομένα που αφορούν την υγεία του)- με το καθεστώς του «ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΚΕΝΩΝ ΘΕΣΕΩΝ» ήταν περισσότερο εφικτό

2.      Η  ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ έχει άκρως εξουσιαστικό ρόλο (δεσμευτικές απόφασης ακόμα και ενάντια απόψεων ΕΥ/θεραπευτικής μονάδας). Αυτό ανά περιπτώσεις θα μπορούσε να σταθεί τόσο  δίκαιο κι αντικειμενικό όσο και καταχρηστικό και εν δυνάμει επικίνδυνο

3.      Η επισήμανση περί «πρωτεραιοποιησης» των χρονιων νοσηλευόμενων περιπτώσεων εις το όνομα της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης , ακούγεται τουλάχιστον ειρωνικό. Αντί να υπάρχει βλέψη για τη  δημιουργία νέων  ΜΨΑ , ώστε να μειωθεί η υφιστάμενη ανεπάρκεια, να βελτιωθούν οι ήδη υφιστάμενες (από πλευράς εγκαταστάσεων, λειτουργικότητας, ανθρωπίνου δυναμικού κτλ.) ώστε να μην υπολειτουργούν ή οδηγούνται σε διακοπή λειτουργίας ( προσπερνάται το ότι κάποιες κλείνουν χωρίς ουσιαστική αιτιολόγηση) και να εφαρμοστούν κοινωνικές πολίτικες ώστε τα «χρόνια και βεβαρημένα περιστατικά» να μπορέσουν να ενταχθούν αποτελεσματικά και να παραμείνουν στην κοινότητα μετά από τόση ιδρυματοποίηση (ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν είναι η συνέχιση του ιδρυματισμού με αλλαγή είδους κτηρίου), η εγκύκλιος ορίζει την επείγουσα μεταφορά τους ώστε να καλυφθούν καθυστερήσεις χρόνων. Παράλληλα, «παγώνει» το δικαίωμα αποκατάστασης, πρόληψης και θεραπευτικής συνέχειας πολλές φορές για τους μη χρόνια νοσηλευόμενους   ασθενείς, όταν είναι γνωστό πως η ανάγκη μετάβασης σε κάποια ΜΨΑ δεν είναι μόνο η απουσία πλαισίου υποδοχής μετά τη νοσηλεία, αλλά και η ύπαρξη ακατάλληλου ή/και επιβλαβούς οικογενειακού περιβάλλοντος (με μέλη κακοποιητικά, εξίσου πάσχοντα (σωματικά ή ψυχικά) ή απλά αδύναμα να υποστηρίξουν και διαχειριστούν τις δυσκολίες του ατόμου), η πρόληψη υποτροπών και επανάληψη νοσηλείας (αποφυγή διακοπής Φ.Α, θεραπευτικής παρακολούθησης κτλ.), η στήριξη του ατόμου στον τρόπο που οργανώνει και διαχειρίζεται στις προκλήσεις της ζωής (οικονομική διαχείριση, εργασία, καθημερινότητα, αποφυγή απομόνωσης κτλ.) και γενικά η παροχή πιο πλαισιωμένης υποστήριξης ενός ατόμου που δεν είναι για νοσηλεία αλλά δυσκολεύεται να φροντιστεί επαρκώς στο σπίτι.

Η εφαρμογή μιας τέτοιας πρακτικής, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε επιβάρυνση κι όχι αποσυμφόρηση στις ψυχιατρικές κλινικές, καθώς μέχρι να βγουν όσους «ξεχάσαμε» μέσα, θα εγκλειστούν αυτοί που παραμελήσαμε  «έξω»!Η νέα εγκύκλιος δεν μεταβάλλει ρητά το κανονιστικό πλαίσιο των δικαιωμάτων, αλλά επηρεάζει καθοριστικά την πρακτική άσκησή τους. Η έμφαση μετατοπίζεται από το ουσιαστικό περιεχόμενο των δικαιωμάτων στις οργανωτικές και διοικητικές διαδικασίες, δημιουργώντας την εικόνα ενός πιο συγκεντρωτικού και τυποποιημένου συστήματος.

Ωστόσο, ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα:

  1. Δεν προβλέπεται δυνατότητα υπόδειξης ή επιλογής δομής από τον ωφελούμενο ή το περιβάλλον του, ούτε άμεση επικοινωνία με την επιτροπή ή ενημέρωση για την πορεία του αιτήματος.
  2. Η Επιτροπή Διαχείρισης της Μετάβασης συγκεντρώνει εκτεταμένες εξουσίες, με δεσμευτικές αποφάσεις ακόμη και έναντι της επιστημονικής κρίσης των μονάδων υποδοχής.
  3. Η προτεραιοποίηση των χρόνιων νοσηλευόμενων περιστατικών, στο όνομα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση των δομών (δημιουργία νέων μονάδων, βελτίωση υφιστάμενων, ενίσχυση προσωπικού). Αντίθετα, οδηγεί σε «πάγωμα» της πρόσβασης για μη χρόνιους ασθενείς, παρά το γεγονός ότι οι ανάγκες ένταξης σε Μ.Ψ.Α. δεν συνδέονται αποκλειστικά με τη νοσηλεία, αλλά και με την ακαταλληλότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος, την πρόληψη υποτροπών και τη διασφάλιση της θεραπευτικής συνέχειας.

Υπό τις συνθήκες αυτές, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η πρακτική αυτή να οδηγήσει όχι σε αποσυμφόρηση, αλλά σε νέα επιβάρυνση των ψυχιατρικών δομών, μέσω της δημιουργίας νέων κύκλων νοσηλείας και επανεισαγωγών, ιδίως για άτομα που παραμένουν εκτός υποστηρικτικών πλαισίων.


Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Τι ακριβώς άφησε πίσω της η πολιτική Βαρτζόπουλου για τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών;

Οι έπαινοι και οι αβρότητες προς τον κύριο Βαρτζόπουλο για το «έργο» του στην ψυχική υγεία δεν αντέχουν σε σοβαρή θεσμική αποτίμηση. Διότι το πραγματικό αποτύπωμα της θητείας του ως υφυπουργού Υγείας δεν ήταν η ενίσχυση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, αλλά η αποδυνάμωσή τους και η μετατόπιση από τη φροντίδα στη διαχείριση.

Η παραίτησή του συνοδεύτηκε από δηλώσεις περί «μεγάλης αποτελεσματικότητας» και «συνέχισης της λεγόμενης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», αλλά και από δημόσιους επαίνους για τη «σημαντική προσφορά» του και τις «θεσμικές αλλαγές», που φέρεται να προωθούσε. Όμως, αποσιωπάται ότι η αποχώρησή του δεν ήταν η φυσική κατάληξη μιας ευδόκιμης θητείας, αλλά συνέπεια της εμπλοκής του ονόματός του στη δεύτερη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και αντί να τεθεί το εύλογο ερώτημα: ποια ακριβώς ήταν η σχέση ενός υφυπουργού Υγείας με την υπόθεση αυτή, το γεγονός προσπερνάται σχεδόν αδιάφορα, σαν να αφορά κάποιο άλλο πρόσωπο.

Εδώ, όμως, δεν θα μας απασχολήσει ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Θα μας απασχολήσει το «έργο» του κυρίου Βαρτζόπουλου στον ευαίσθητο χώρο των της ψυχικής υγείας. Και, ιδίως, αν η πολιτική που εφάρμοσε ενίσχυσε ή αποδυνάμωσε τις θεσμικές εγγυήσεις ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών.

Και εδώ η απάντηση δεν είναι καθόλου κολακευτική.

Η πλέον αποκαλυπτική έκφραση αυτής της μετατόπισης ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, ο μοναδικός θεσμικός μηχανισμός ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με αρμοδιότητες που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες διαβίωσης στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας, την προστασία των νοσηλευομένων, την παρακολούθηση της ακούσιας νοσηλείας και την πρόσβαση σε ιατρικά αρχεία.

Η Επιτροπή αυτή είχε συγκροτηθεί τον Σεπτέμβριο του 2022[1], με πενταετή θητεία. Παρέμεινε, όμως, στην πράξη ανενεργή και επί υφυπουργίας του κυρίου Βαρτζόπουλου, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιούνιο του 2023. Συνολικά, δηλαδή, η Επιτροπή τελούσε σε αδράνεια για περισσότερο από τρία χρόνια, παρά τις δημόσιες δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας και του ίδιου του πρώην υφυπουργού.

Η παρατεταμένη αυτή αδράνεια καταγγέλθηκε δημόσια τόσο από την ΕΣΑμεΑ όσο και από συλλογικότητες ληπτών υπηρεσιών, οικογενειών, επαγγελματιών ψυχικής υγείας και πολιτών, οι οποίοι έκαναν λόγο για σοβαρό θεσμικό κενό ελέγχου και ουσιαστική υποβάθμιση των εγγυήσεων προστασίας. Και πράγματι, η σημασία του γεγονότος αυτού είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Διότι, επί μια τριετία και πλέον, ο εγγυητικός μηχανισμός προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών παρέμεινε ουσιαστικά αδρανής. Αυτό σημαίνει ότι ο έλεγχος ήταν ανύπαρκτος, η λογοδοσία εξασθενημένη και οι ψυχικά πάσχοντες, δηλαδή οι πιο ευάλωτοι συμπολίτες μας, έμειναν χωρίς αποτελεσματικό θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην αυθαιρεσία του συστήματος.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ο κύριος Βαρτζόπουλος δεν επέλεξε να ενεργοποιήσει την ήδη συγκροτημένη από το 2022 Επιτροπή. Αντίθετα, ενώ αυτή παρέμενε ανενεργή, προχώρησε, στις 31 Οκτωβρίου 2025, στην τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 2716/1999 με το άρθρο 88 του ν. 5243/2025. Με τη ρύθμιση αυτή αφαιρέθηκαν από την ονομασία της Επιτροπής οι όροι «Ειδική» και «Ελέγχου», μεταβλήθηκαν οι αρμοδιότητές της, τροποποιήθηκε η σύνθεσή της και αυξήθηκαν τα μέλη της από εννέα σε δεκαπέντε[2]. Η νέα Επιτροπή συγκροτήθηκε τον Μάρτιο του 2026[3].

Οι μεταβολές αυτές δεν είχαν απλώς οργανωτικό χαρακτήρα. Αλλοίωσαν ουσιαστικά τη φυσιογνωμία της Επιτροπής και αποτύπωσαν τη σαφή υποχώρηση της έννοιας του εξωτερικού και ανεξάρτητου ελέγχου. Στη θέση ενός μηχανισμού με καθαρά ελεγκτική αποστολή διαμορφώθηκε ένα σχήμα περισσότερο συμβουλευτικό, περισσότερο ενσωματωμένο στη διοίκηση και περισσότερο εξαρτημένο από την ίδια την πολιτική εξουσία που όφειλε να ελέγχει.

Η ακολουθία αυτή έχει από μόνη της ιδιαίτερο θεσμικό βάρος. Πρώτα αδρανοποιήθηκε στην πράξη η ήδη υφιστάμενη Επιτροπή ως ελεγκτικός μηχανισμός. Στη συνέχεια, αλλοιώθηκε νομοθετικά το σχήμα και οι αρμοδιότητές της προς ένα μοντέλο λιγότερο καθαρά ελεγκτικό και περισσότερο διοικητικά ενσωματωμένο. Πρόκειται, επομένως, για κλασική περίπτωση θεσμικής υποχώρησης. Και η υποχώρηση αυτή συνδέεται, κατά τη γνώμη μας, με τον συνολικότερο προσανατολισμό της πολιτικής του κυρίου Βαρτζόπουλου.

Η περιβόητη «μεταρρύθμιση» δεν ενίσχυσε την ανεξαρτησία των θεσμών προστασίας ούτε οδήγησε σε ισχυρότερη λογοδοσία. Με άλλα λόγια, δεν οδήγησε σε κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών. Αντίθετα, οδήγησε σε ένα σχήμα όπου ο έλεγχος απουσιάζει, η προστασία ενσωματώνεται και η διοίκηση επιβλέπει τελικά τον ίδιο της τον εαυτό.

Αυτόν ακριβώς τον προσανατολισμό ανέδειξαν, επανειλημμένα, και οι δημόσιες παρεμβάσεις συλλογικοτήτων και επαγγελματιών της ψυχικής υγείας. Στις παρεμβάσεις αυτές αποδίδονται στον κύριο Βαρτζόπουλο συγκεκριμένες αντιλήψεις και πολιτικές επιλογές, οι οποίες συγκλίνουν σε έναν κοινό πυρήνα: στη μετατόπιση της ψυχικής υγείας από το πεδίο της φροντίδας στο πεδίο της διαχείρισης, της επιτήρησης και του κοινωνικού ελέγχου.

Ειδικότερα, του καταλογίζεται ότι προώθησε μια «βιολογιστική και στιγματιστική θεώρηση της ψυχικής νόσου», η οποία τείνει να συνδέει τον ψυχικά πάσχοντα με την επιθετικότητα, την εγκληματικότητα και την κοινωνική επικινδυνότητα. Μια τέτοια αντίληψη δεν αποτελεί απλώς επιστημονική ή ιδεολογική οπισθοδρόμηση. Ενισχύει το στίγμα και παραμερίζει κάθε θεραπευτική, κοινωνική και σχεσιακή κατανόηση της ψυχικής οδύνης, μετατρέποντας τον ψυχικά πάσχοντα από υποκείμενο δικαιωμάτων σε αντικείμενο επιτήρησης.

Παράλληλα, του αποδίδεται η προώθηση ενός «κατασταλτικού μοντέλου ψυχικής υγείας», με έμφαση σε δομές αυξημένης ασφαλείας, σε ειδικά τμήματα για «ακαταλόγιστους» και, γενικότερα, σε ένα πλαίσιο όπου προέχει ο εγκλεισμός, η φύλαξη και ο έλεγχος αντί για τη θεραπεία, την ανάρρωση και την κοινοτική φροντίδα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική ότι αντιμετώπισε την ψυχιατρική περισσότερο ως μηχανισμό δημόσιας τάξης παρά ως πεδίο προστασίας και φροντίδας.

Εξίσου σοβαρές υπήρξαν οι αιτιάσεις για την «ιδιωτικοοικονομική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», με αποδυνάμωση του δημόσιου χαρακτήρα τους, ελαστικοποίηση των όρων λειτουργίας και υποβάθμιση υπαρχουσών δομών. Η κριτική αυτή συνδέθηκε, επίσης, με την υποστελέχωση των δημόσιων ψυχιατρικών υπηρεσιών, τη διάλυση κρίσιμων δομών πρόληψης και την προώθηση ενός μοντέλου στο οποίο η διοικητική διαχείριση υπερισχύει της θεραπευτικής συνέχειας.

Ιδιαίτερη θέση στην κριτική αυτή κατέχει και η «αστυνομοποίηση της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης». Δεν πρόκειται απλώς για μια διοικητική επιλογή, αλλά για χαρακτηριστικό παράδειγμα της ίδιας λογικής: της μεταφοράς του κέντρου βάρους από την προστασία του ψυχικά ασθενούς στη διαχειριστική διευκόλυνση του συστήματος. Έτσι, ο κοινός πυρήνας των παραπάνω παρεμβάσεων είναι σαφής: ο ψυχικά πάσχων παύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως πρόσωπο που χρειάζεται θεραπεία, υποστήριξη και εγγυήσεις δικαιωμάτων, και μετακινείται όλο και περισσότερο στη θέση του αντικειμένου διοικητικής διαχείρισης.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει, άλλωστε, τις δηλώσεις[4] του πρώην υφυπουργού περί «επιθετικής και δολοφονικής κληρονομικότητας», όταν δήλωνε για τον «επιθετικό» ότι «είναι επιθετικός επειδή είναι γεννημένος επιθετικός», ότι «γεννιέται από γονείς που έχουν μια επιθετική συμπεριφορά»[5], ότι «είναι στη φύση του αρσενικού να είναι επιθετικό» και ότι «η γυναικοκτονία έχει βιολογική βάση»;

Ούτε, βεβαίως, μπορεί να αγνοηθεί η προώθηση δομών «υψηλής ασφαλείας» και ψυχιατροδικαστικών μονάδων, μέσα από μια αντίληψη που αντιμετωπίζει τον ψυχικά πάσχοντα πρωτίστως ως επικίνδυνο πρόσωπο που πρέπει να ελεγχθεί και να περιοριστεί.

Στην προαναφερθείσα «αστυνομοποίηση της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης» διακρίνεται καθαρά το ίδιο μοτίβο. Συγκεκριμένα, η εγκύκλιος Βαρτζόπουλου της 1ης Φεβρουαρίου 2024 για τη διαδικασία εισαγωγής ατόμων κατόπιν εισαγγελικών εντολών[6] επικαλείται ρητά τη «διαφύλαξη των δικαιωμάτων των προσαγομένων», αλλά στην πράξη προώθησε την άμεση αποδέσμευση των αστυνομικών, με τη μετακύλιση της ευθύνης για την περαιτέρω διαχείριση του περιστατικού στους εφημερεύοντες ψυχιάτρους των νοσηλευτικών μονάδων.

Όμως η αποδέσμευση αυτή, με βάση το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, προϋπέθετε λειτουργικές κοινοτικές μονάδες ψυχικής υγείας και ασφαλή υποδοχή από κατάλληλο προσωπικό. Όταν αυτές οι προϋποθέσεις δεν είχαν υλοποιηθεί και όταν η κατ’ εξαίρεση αστυνομική μεταφορά παρέμενε στην πράξη ο κανόνας, η επίκληση των δικαιωμάτων λειτουργούσε περισσότερο ως ρητορικό κάλυμμα παρά ως πραγματική εγγύηση. Η ίδια εγκύκλιος είχε προκαλέσει τότε αντιδράσεις από εργαζομένους και από την Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, λόγω των κινδύνων για την ασφάλεια ασθενών και προσωπικού.

Ένα από τα κεντρικά προβλήματα της θητείας του κυρίου Βαρτζόπουλου ήταν ότι η γλώσσα των δικαιωμάτων χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα, όχι για να ενισχυθούν οι πραγματικοί όροι προστασίας, αλλά για να διευκολυνθεί η διοικητική αποφόρτιση του κράτους, να μετατεθεί το βάρος στις ήδη εξουθενωμένες ψυχιατρικές μονάδες και να ευνοηθεί η διολίσθηση προς λύσεις ιδιωτικής φύλαξης και διαχειριστικής υποκατάστασης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η ρητορική της μεταρρύθμισης διαψεύδεται από τα όσα πραγματικά συνέβησαν.

Από την ίδια σκοπιά πρέπει να ιδωθεί και ο δημόσιος έπαινος για τις «νέες μονάδες» και τις «θεσμικές παρεμβάσεις». Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι πόσες μονάδες εξαγγέλθηκαν ή ιδρύθηκαν, αλλά με ποιο σχέδιο, με ποια κριτήρια, με ποια διαφάνεια, με ποια βιωσιμότητα και με ποια σχέση προς τα δικαιώματα των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η κριτική που διατυπώθηκε δημόσια, ακόμη και από ανθρώπους του χώρου, σε σχετική συζήτηση στο διαδίκτυο, ήταν ακριβώς αυτή: ότι οι μονάδες πολλαπλασιάστηκαν χωρίς επαρκή στρατηγικό σχεδιασμό, χωρίς σαφές σύστημα οργάνωσης και χωρίς πραγματική ένταξη σε λειτουργικό δημόσιο δίκτυο.

Το τελικό συμπέρασμα είναι προφανές.

Η περίοδος Βαρτζόπουλου δεν άφησε πίσω της μια μεταρρύθμιση προσανατολισμένη στα δικαιώματα, αλλά μια βαριά σκιά πάνω στην ανεξαρτησία του ελέγχου, στη λειτουργία των εγγυητικών θεσμών και στην ίδια τη φιλοσοφία της ψυχικής υγείας ως πεδίου φροντίδας.

Η αδράνεια της Επιτροπής του 2022, η μεταγενέστερη θεσμική της αναδιάταξη, η χρήση της γλώσσας των δικαιωμάτων για μέτρα διοικητικής αποφόρτισης, η μετατόπιση από τη θεραπεία προς τη διαχείριση της «επικινδυνότητας» και η υποτίμηση της ανάγκης πραγματικά ανεξάρτητης εποπτείας συνθέτουν μια ενιαία εικόνα.

Και από νομική, θεσμική και δικαιοκρατική άποψη, οι έπαινοι περί «σημαντικού έργου» ακούγονται, τουλάχιστον, ατυχείς και αμήχανοι.

Έργο είναι κάτι πολύ απλούστερο και πολύ δυσκολότερο: να κάνεις τον ψυχικά πάσχοντα ασφαλέστερο απέναντι στο ίδιο το σύστημα.

Και αυτό δεν έγινε.


________
Πίνακας της ανάρτησης: Robert-Fleury, Pinel Freeing the Insane from Their Chains (1876)

[1] βλ. την υπ’ αριθμ. Α1β/Γ.Π.οικ.54002/23-09-2022 ΥΑ με θέμα «Συγκρότηση και ορισμός μελών στην Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές διαταραχές».

[4] Βλ. ολόκληρη η συνέντευξη εδώ.

[5] βλ. Τέτοιες αντιλήψεις για την κληρονομικότητα και τα γονίδια σηματοδοτούν, πέραν των άλλων, και μια επικίνδυνη άγνοια αναφορικά με τις εδώ και αρκετά χρόνια προόδους των νευροεπιστημών, οι οποίες, εκτός από την επιγενετική (που αφορά τον μη γραμμικό τρόπο έκφρασης του κάθε γονιδίου) έχουν, επίσης, πέραν πάσης αμφιβολίας, διαπιστώσει ότι το νευρικό σύστημα διακρίνεται από μια πλαστικότητα που το κάνει ικανό να διαμορφώνεται υπό την επίδραση του περιβάλλοντος. Καθώς πλήθος ερευνών και μελετών έχουν επιβεβαιώσει ότι οι πρώιμες εμπειρίες από το περιβάλλον συμβάλλουν στην αντιληπτική ικανότητα στην ενήλικη ζωή και ότι υπάρχουν «κριτικές περίοδοι» στην ανάπτυξη του εγκεφάλου όπου το νευρικό σύστημα είναι «πλαστικό» – έτσι ώστε η μελλοντική του μορφή να πλάθεται από τον εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο.

[6] βλ. την υπ’ αρ. πρωτ.: Γ3α/Γ.Π.οικ.6388/1-02-2024 εγκύκλιο του Υφυπουργού Υγείας με θέμα «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΑΤΟΜΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ Ν. 2071/1992»