Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Από την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση στη διοικητική επιτήρηση;

Στον απόηχο του πορίσματος της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ)

Η “προστασία” δεν μπορεί να γίνει μηχανισμός ελέγχου των ψυχικά ασθενών
 _________


«Το Υπουργείο Υγείας, κατόπιν της αξιολόγησης του τελικού πορίσματος, θα προβεί σε κάθε αναγκαία και προβλεπόμενη από τη νομοθεσία ενέργεια».

Με αυτή τη φράση έκλεισε το Υπουργείο Υγείας, στις 6 Μαΐου 2026, την ανακοίνωσή του για την υπόθεση που αποκαλύφθηκε σε Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης στη Δυτική Ελλάδα, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι το τελικό πόρισμα της ΕΑΔ παραδόθηκε την ίδια ημέρα και ότι θα διαβιβαστεί και στις εισαγγελικές αρχές.

Η υπόθεση ασφαλώς και είναι ιδιαιτέρως σοβαρή. Τα δημοσιευμένα στοιχεία αναφέρονται σε κακομεταχείριση, σε μη καταγεγραμμένους περιορισμούς, σε σοβαρές παρατυπίες στη διαχείριση των οικονομικών των ενοίκων και, γενικότερα, σε σημαντικές παραβιάσεις στη λειτουργία της δομής. Πρόκειται, επομένως, για μια υπόθεση που απαιτεί πλήρη διερεύνηση, λογοδοσία και ουσιαστική εποπτεία των αρμοδίων αρχών.

Το κρίσιμο, όμως, ζήτημα αρχίζει ακριβώς από εκεί και πέρα. Διότι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, η παρούσα κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι αντιμετωπίζει τις παθογένειες της ψυχικής υγείας, και όχι μόνο, με υποστελέχωση του προσωπικού, με υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών, με παντελή απουσία εκπαίδευσης του προσωπικού και με προσχηματική στήριξη της κοινοτικής ψυχιατρικής.

Γι’ αυτό, πίσω από την τυπική διοικητική έκφραση του Υπουργείου Υγείας των «αναγκαίων ενεργειών» διαγράφεται ο κίνδυνος ένα ακραίο, αλλά υπαρκτό, περιστατικό να αξιοποιηθεί ως αφορμή για τη νομιμοποίηση ενός νέου κύκλου κανονιστικών παρεμβάσεων, εγκυκλίων, οδηγιών συμμόρφωσης και μηχανισμών διαρκούς διοικητικής επιτήρησης.

Μια τέτοια αντιμετώπιση, όμως, συνιστά ασφυκτική παρεμβατικότητα στις στεγαστικές δομές. Διότι, η απάντηση στα φαινόμενα κακομεταχείρισης, αυθαιρεσίας και οικονομικών ατασθαλιών δεν μπορεί να είναι η περιστολή, οριζόντια μάλιστα, της αυτονομίας των ψυχικά ασθενών, ούτε η μετατροπή της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης σε καθεστώς διαρκούς οικονομικής εποπτείας και λογιστικών εγγραφών. Η απάντηση σ’ αυτά τα φαινόμενα είναι η ουσιαστική εποπτεία των δομών, ο ουσιαστικός έλεγχος και η λογοδοσία των φορέων, σε συνδυασμό με την συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού και την ενίσχυση των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Διαφορετικά, η σοβαρή αυτή υπόθεση που είδε το φως της δημοσιότητας θα μετατραπεί σε εργαλείο νομιμοποίησης μιας νέας γενικευμένης λογικής «προστασίας», «διαφάνειας» και «εξορθολογισμού».

Μόνο που η λογική αυτή δεν θα στραφεί τελικά κατά των πραγματικών μηχανισμών κακοποίησης και αυθαιρεσίας, αλλά θα στραφεί σε βάρος της αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και, εν τέλει, της ίδιας της καθημερινής ζωής των ψυχικά πασχόντων ενοίκων.

Διότι, η ιστορία της ψυχιατρικής έχει επανειλημμένα δείξει ότι, τα πιο «τακτοποιημένα» διοικητικά συστήματα υπήρξαν συχνά και τα πιο αυταρχικά.


____

The Prison Courtyard (ή Η Αυλή της Φυλακής) είναι πίνακας ζωγραφικής του Vincent van Gogh, φιλοτεχνημένος το 1890 κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο άσυλο του Σαιν-Ρεμί στη Γαλλία. Το έργο αποτελεί μελέτη πάνω στην απομόνωση και την ψυχική δέσμευση, αποτυπώνοντας κρατουμένους να κάνουν κύκλο σε μια αυλή φυλακής.

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Τι ακριβώς άφησε πίσω της η πολιτική Βαρτζόπουλου για τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών;

Οι έπαινοι και οι αβρότητες προς τον κύριο Βαρτζόπουλο για το «έργο» του στην ψυχική υγεία δεν αντέχουν σε σοβαρή θεσμική αποτίμηση. Διότι το πραγματικό αποτύπωμα της θητείας του ως υφυπουργού Υγείας δεν ήταν η ενίσχυση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, αλλά η αποδυνάμωσή τους και η μετατόπιση από τη φροντίδα στη διαχείριση.

Η παραίτησή του συνοδεύτηκε από δηλώσεις περί «μεγάλης αποτελεσματικότητας» και «συνέχισης της λεγόμενης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», αλλά και από δημόσιους επαίνους για τη «σημαντική προσφορά» του και τις «θεσμικές αλλαγές», που φέρεται να προωθούσε. Όμως, αποσιωπάται ότι η αποχώρησή του δεν ήταν η φυσική κατάληξη μιας ευδόκιμης θητείας, αλλά συνέπεια της εμπλοκής του ονόματός του στη δεύτερη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και αντί να τεθεί το εύλογο ερώτημα: ποια ακριβώς ήταν η σχέση ενός υφυπουργού Υγείας με την υπόθεση αυτή, το γεγονός προσπερνάται σχεδόν αδιάφορα, σαν να αφορά κάποιο άλλο πρόσωπο.

Εδώ, όμως, δεν θα μας απασχολήσει ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Θα μας απασχολήσει το «έργο» του κυρίου Βαρτζόπουλου στον ευαίσθητο χώρο των της ψυχικής υγείας. Και, ιδίως, αν η πολιτική που εφάρμοσε ενίσχυσε ή αποδυνάμωσε τις θεσμικές εγγυήσεις ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών.

Και εδώ η απάντηση δεν είναι καθόλου κολακευτική.

Η πλέον αποκαλυπτική έκφραση αυτής της μετατόπισης ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, ο μοναδικός θεσμικός μηχανισμός ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με αρμοδιότητες που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες διαβίωσης στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας, την προστασία των νοσηλευομένων, την παρακολούθηση της ακούσιας νοσηλείας και την πρόσβαση σε ιατρικά αρχεία.

Η Επιτροπή αυτή είχε συγκροτηθεί τον Σεπτέμβριο του 2022[1], με πενταετή θητεία. Παρέμεινε, όμως, στην πράξη ανενεργή και επί υφυπουργίας του κυρίου Βαρτζόπουλου, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιούνιο του 2023. Συνολικά, δηλαδή, η Επιτροπή τελούσε σε αδράνεια για περισσότερο από τρία χρόνια, παρά τις δημόσιες δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας και του ίδιου του πρώην υφυπουργού.

Η παρατεταμένη αυτή αδράνεια καταγγέλθηκε δημόσια τόσο από την ΕΣΑμεΑ όσο και από συλλογικότητες ληπτών υπηρεσιών, οικογενειών, επαγγελματιών ψυχικής υγείας και πολιτών, οι οποίοι έκαναν λόγο για σοβαρό θεσμικό κενό ελέγχου και ουσιαστική υποβάθμιση των εγγυήσεων προστασίας. Και πράγματι, η σημασία του γεγονότος αυτού είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Διότι, επί μια τριετία και πλέον, ο εγγυητικός μηχανισμός προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών παρέμεινε ουσιαστικά αδρανής. Αυτό σημαίνει ότι ο έλεγχος ήταν ανύπαρκτος, η λογοδοσία εξασθενημένη και οι ψυχικά πάσχοντες, δηλαδή οι πιο ευάλωτοι συμπολίτες μας, έμειναν χωρίς αποτελεσματικό θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην αυθαιρεσία του συστήματος.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ο κύριος Βαρτζόπουλος δεν επέλεξε να ενεργοποιήσει την ήδη συγκροτημένη από το 2022 Επιτροπή. Αντίθετα, ενώ αυτή παρέμενε ανενεργή, προχώρησε, στις 31 Οκτωβρίου 2025, στην τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 2716/1999 με το άρθρο 88 του ν. 5243/2025. Με τη ρύθμιση αυτή αφαιρέθηκαν από την ονομασία της Επιτροπής οι όροι «Ειδική» και «Ελέγχου», μεταβλήθηκαν οι αρμοδιότητές της, τροποποιήθηκε η σύνθεσή της και αυξήθηκαν τα μέλη της από εννέα σε δεκαπέντε[2]. Η νέα Επιτροπή συγκροτήθηκε τον Μάρτιο του 2026[3].

Οι μεταβολές αυτές δεν είχαν απλώς οργανωτικό χαρακτήρα. Αλλοίωσαν ουσιαστικά τη φυσιογνωμία της Επιτροπής και αποτύπωσαν τη σαφή υποχώρηση της έννοιας του εξωτερικού και ανεξάρτητου ελέγχου. Στη θέση ενός μηχανισμού με καθαρά ελεγκτική αποστολή διαμορφώθηκε ένα σχήμα περισσότερο συμβουλευτικό, περισσότερο ενσωματωμένο στη διοίκηση και περισσότερο εξαρτημένο από την ίδια την πολιτική εξουσία που όφειλε να ελέγχει.

Η ακολουθία αυτή έχει από μόνη της ιδιαίτερο θεσμικό βάρος. Πρώτα αδρανοποιήθηκε στην πράξη η ήδη υφιστάμενη Επιτροπή ως ελεγκτικός μηχανισμός. Στη συνέχεια, αλλοιώθηκε νομοθετικά το σχήμα και οι αρμοδιότητές της προς ένα μοντέλο λιγότερο καθαρά ελεγκτικό και περισσότερο διοικητικά ενσωματωμένο. Πρόκειται, επομένως, για κλασική περίπτωση θεσμικής υποχώρησης. Και η υποχώρηση αυτή συνδέεται, κατά τη γνώμη μας, με τον συνολικότερο προσανατολισμό της πολιτικής του κυρίου Βαρτζόπουλου.

Η περιβόητη «μεταρρύθμιση» δεν ενίσχυσε την ανεξαρτησία των θεσμών προστασίας ούτε οδήγησε σε ισχυρότερη λογοδοσία. Με άλλα λόγια, δεν οδήγησε σε κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών. Αντίθετα, οδήγησε σε ένα σχήμα όπου ο έλεγχος απουσιάζει, η προστασία ενσωματώνεται και η διοίκηση επιβλέπει τελικά τον ίδιο της τον εαυτό.

Αυτόν ακριβώς τον προσανατολισμό ανέδειξαν, επανειλημμένα, και οι δημόσιες παρεμβάσεις συλλογικοτήτων και επαγγελματιών της ψυχικής υγείας. Στις παρεμβάσεις αυτές αποδίδονται στον κύριο Βαρτζόπουλο συγκεκριμένες αντιλήψεις και πολιτικές επιλογές, οι οποίες συγκλίνουν σε έναν κοινό πυρήνα: στη μετατόπιση της ψυχικής υγείας από το πεδίο της φροντίδας στο πεδίο της διαχείρισης, της επιτήρησης και του κοινωνικού ελέγχου.

Ειδικότερα, του καταλογίζεται ότι προώθησε μια «βιολογιστική και στιγματιστική θεώρηση της ψυχικής νόσου», η οποία τείνει να συνδέει τον ψυχικά πάσχοντα με την επιθετικότητα, την εγκληματικότητα και την κοινωνική επικινδυνότητα. Μια τέτοια αντίληψη δεν αποτελεί απλώς επιστημονική ή ιδεολογική οπισθοδρόμηση. Ενισχύει το στίγμα και παραμερίζει κάθε θεραπευτική, κοινωνική και σχεσιακή κατανόηση της ψυχικής οδύνης, μετατρέποντας τον ψυχικά πάσχοντα από υποκείμενο δικαιωμάτων σε αντικείμενο επιτήρησης.

Παράλληλα, του αποδίδεται η προώθηση ενός «κατασταλτικού μοντέλου ψυχικής υγείας», με έμφαση σε δομές αυξημένης ασφαλείας, σε ειδικά τμήματα για «ακαταλόγιστους» και, γενικότερα, σε ένα πλαίσιο όπου προέχει ο εγκλεισμός, η φύλαξη και ο έλεγχος αντί για τη θεραπεία, την ανάρρωση και την κοινοτική φροντίδα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική ότι αντιμετώπισε την ψυχιατρική περισσότερο ως μηχανισμό δημόσιας τάξης παρά ως πεδίο προστασίας και φροντίδας.

Εξίσου σοβαρές υπήρξαν οι αιτιάσεις για την «ιδιωτικοοικονομική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», με αποδυνάμωση του δημόσιου χαρακτήρα τους, ελαστικοποίηση των όρων λειτουργίας και υποβάθμιση υπαρχουσών δομών. Η κριτική αυτή συνδέθηκε, επίσης, με την υποστελέχωση των δημόσιων ψυχιατρικών υπηρεσιών, τη διάλυση κρίσιμων δομών πρόληψης και την προώθηση ενός μοντέλου στο οποίο η διοικητική διαχείριση υπερισχύει της θεραπευτικής συνέχειας.

Ιδιαίτερη θέση στην κριτική αυτή κατέχει και η «αστυνομοποίηση της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης». Δεν πρόκειται απλώς για μια διοικητική επιλογή, αλλά για χαρακτηριστικό παράδειγμα της ίδιας λογικής: της μεταφοράς του κέντρου βάρους από την προστασία του ψυχικά ασθενούς στη διαχειριστική διευκόλυνση του συστήματος. Έτσι, ο κοινός πυρήνας των παραπάνω παρεμβάσεων είναι σαφής: ο ψυχικά πάσχων παύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως πρόσωπο που χρειάζεται θεραπεία, υποστήριξη και εγγυήσεις δικαιωμάτων, και μετακινείται όλο και περισσότερο στη θέση του αντικειμένου διοικητικής διαχείρισης.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει, άλλωστε, τις δηλώσεις[4] του πρώην υφυπουργού περί «επιθετικής και δολοφονικής κληρονομικότητας», όταν δήλωνε για τον «επιθετικό» ότι «είναι επιθετικός επειδή είναι γεννημένος επιθετικός», ότι «γεννιέται από γονείς που έχουν μια επιθετική συμπεριφορά»[5], ότι «είναι στη φύση του αρσενικού να είναι επιθετικό» και ότι «η γυναικοκτονία έχει βιολογική βάση»;

Ούτε, βεβαίως, μπορεί να αγνοηθεί η προώθηση δομών «υψηλής ασφαλείας» και ψυχιατροδικαστικών μονάδων, μέσα από μια αντίληψη που αντιμετωπίζει τον ψυχικά πάσχοντα πρωτίστως ως επικίνδυνο πρόσωπο που πρέπει να ελεγχθεί και να περιοριστεί.

Στην προαναφερθείσα «αστυνομοποίηση της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης» διακρίνεται καθαρά το ίδιο μοτίβο. Συγκεκριμένα, η εγκύκλιος Βαρτζόπουλου της 1ης Φεβρουαρίου 2024 για τη διαδικασία εισαγωγής ατόμων κατόπιν εισαγγελικών εντολών[6] επικαλείται ρητά τη «διαφύλαξη των δικαιωμάτων των προσαγομένων», αλλά στην πράξη προώθησε την άμεση αποδέσμευση των αστυνομικών, με τη μετακύλιση της ευθύνης για την περαιτέρω διαχείριση του περιστατικού στους εφημερεύοντες ψυχιάτρους των νοσηλευτικών μονάδων.

Όμως η αποδέσμευση αυτή, με βάση το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, προϋπέθετε λειτουργικές κοινοτικές μονάδες ψυχικής υγείας και ασφαλή υποδοχή από κατάλληλο προσωπικό. Όταν αυτές οι προϋποθέσεις δεν είχαν υλοποιηθεί και όταν η κατ’ εξαίρεση αστυνομική μεταφορά παρέμενε στην πράξη ο κανόνας, η επίκληση των δικαιωμάτων λειτουργούσε περισσότερο ως ρητορικό κάλυμμα παρά ως πραγματική εγγύηση. Η ίδια εγκύκλιος είχε προκαλέσει τότε αντιδράσεις από εργαζομένους και από την Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, λόγω των κινδύνων για την ασφάλεια ασθενών και προσωπικού.

Ένα από τα κεντρικά προβλήματα της θητείας του κυρίου Βαρτζόπουλου ήταν ότι η γλώσσα των δικαιωμάτων χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα, όχι για να ενισχυθούν οι πραγματικοί όροι προστασίας, αλλά για να διευκολυνθεί η διοικητική αποφόρτιση του κράτους, να μετατεθεί το βάρος στις ήδη εξουθενωμένες ψυχιατρικές μονάδες και να ευνοηθεί η διολίσθηση προς λύσεις ιδιωτικής φύλαξης και διαχειριστικής υποκατάστασης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η ρητορική της μεταρρύθμισης διαψεύδεται από τα όσα πραγματικά συνέβησαν.

Από την ίδια σκοπιά πρέπει να ιδωθεί και ο δημόσιος έπαινος για τις «νέες μονάδες» και τις «θεσμικές παρεμβάσεις». Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι πόσες μονάδες εξαγγέλθηκαν ή ιδρύθηκαν, αλλά με ποιο σχέδιο, με ποια κριτήρια, με ποια διαφάνεια, με ποια βιωσιμότητα και με ποια σχέση προς τα δικαιώματα των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η κριτική που διατυπώθηκε δημόσια, ακόμη και από ανθρώπους του χώρου, σε σχετική συζήτηση στο διαδίκτυο, ήταν ακριβώς αυτή: ότι οι μονάδες πολλαπλασιάστηκαν χωρίς επαρκή στρατηγικό σχεδιασμό, χωρίς σαφές σύστημα οργάνωσης και χωρίς πραγματική ένταξη σε λειτουργικό δημόσιο δίκτυο.

Το τελικό συμπέρασμα είναι προφανές.

Η περίοδος Βαρτζόπουλου δεν άφησε πίσω της μια μεταρρύθμιση προσανατολισμένη στα δικαιώματα, αλλά μια βαριά σκιά πάνω στην ανεξαρτησία του ελέγχου, στη λειτουργία των εγγυητικών θεσμών και στην ίδια τη φιλοσοφία της ψυχικής υγείας ως πεδίου φροντίδας.

Η αδράνεια της Επιτροπής του 2022, η μεταγενέστερη θεσμική της αναδιάταξη, η χρήση της γλώσσας των δικαιωμάτων για μέτρα διοικητικής αποφόρτισης, η μετατόπιση από τη θεραπεία προς τη διαχείριση της «επικινδυνότητας» και η υποτίμηση της ανάγκης πραγματικά ανεξάρτητης εποπτείας συνθέτουν μια ενιαία εικόνα.

Και από νομική, θεσμική και δικαιοκρατική άποψη, οι έπαινοι περί «σημαντικού έργου» ακούγονται, τουλάχιστον, ατυχείς και αμήχανοι.

Έργο είναι κάτι πολύ απλούστερο και πολύ δυσκολότερο: να κάνεις τον ψυχικά πάσχοντα ασφαλέστερο απέναντι στο ίδιο το σύστημα.

Και αυτό δεν έγινε.


________
Πίνακας της ανάρτησης: Robert-Fleury, Pinel Freeing the Insane from Their Chains (1876)

[1] βλ. την υπ’ αριθμ. Α1β/Γ.Π.οικ.54002/23-09-2022 ΥΑ με θέμα «Συγκρότηση και ορισμός μελών στην Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές διαταραχές».

[4] Βλ. ολόκληρη η συνέντευξη εδώ.

[5] βλ. Τέτοιες αντιλήψεις για την κληρονομικότητα και τα γονίδια σηματοδοτούν, πέραν των άλλων, και μια επικίνδυνη άγνοια αναφορικά με τις εδώ και αρκετά χρόνια προόδους των νευροεπιστημών, οι οποίες, εκτός από την επιγενετική (που αφορά τον μη γραμμικό τρόπο έκφρασης του κάθε γονιδίου) έχουν, επίσης, πέραν πάσης αμφιβολίας, διαπιστώσει ότι το νευρικό σύστημα διακρίνεται από μια πλαστικότητα που το κάνει ικανό να διαμορφώνεται υπό την επίδραση του περιβάλλοντος. Καθώς πλήθος ερευνών και μελετών έχουν επιβεβαιώσει ότι οι πρώιμες εμπειρίες από το περιβάλλον συμβάλλουν στην αντιληπτική ικανότητα στην ενήλικη ζωή και ότι υπάρχουν «κριτικές περίοδοι» στην ανάπτυξη του εγκεφάλου όπου το νευρικό σύστημα είναι «πλαστικό» – έτσι ώστε η μελλοντική του μορφή να πλάθεται από τον εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο.

[6] βλ. την υπ’ αρ. πρωτ.: Γ3α/Γ.Π.οικ.6388/1-02-2024 εγκύκλιο του Υφυπουργού Υγείας με θέμα «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΑΤΟΜΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ Ν. 2071/1992»

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

«Από τον “Έλεγχο” στη “Βιτρίνα” (ΙΙ) - Τα πρόσωπα και η θεσμική αυταπάτη της ανεξαρτησίας»

Στην προηγούμενη ανάρτησή μου προσπάθησα να αναδείξω τη θεσμική μετατόπιση της Επιτροπής Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές από όργανο «ελέγχου» σε όργανο περισσότερο συμβουλευτικό και διοικητικά ενσωματωμένο στο Υπουργείο Υγείας.

       
Η εξέταση, όμως, της ίδιας της σύνθεσής της αποκαλύπτει ότι η μετατόπιση αυτή δεν είναι μόνο νομοθετική, αλλά επεκτείνεται και στη λειτουργία της. Διότι η «βιτρίνα» δεν κατασκευάζεται μόνο με λέξεις, αλλά απαιτεί και πρόσωπα.

Και, βέβαια, το ζήτημα εδώ, δεν αφορά την αμφισβήτηση της επιστημονικής ή επαγγελματικής επάρκειας των συγκεκριμένων προσώπων. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι προσωπικό, αλλά κατεξοχήν θεσμικό. Διότι, ακόμη και πρόσωπα με βαρύ βιογραφικό, ακαδημαϊκό κύρος ή δικαστική ιδιότητα δεν αρκούν, όταν εντάσσονται σε ένα σχήμα του οποίου η αρχιτεκτονική είναι εξαρχής εξαρτημένη από την ίδια την πολιτική και διοικητική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, την οποία η Επιτροπή οφείλει να ελέγχει.


Η νέα Επιτροπή συγκροτήθηκε ως ένα σχήμα κύρους, ισορροπιών και ενδοσυστημικής εκπροσώπησης, και όχι ως όργανο εξωτερικού και ανεξάρτητου ελέγχου. Και αυτό προκύπτει τόσο από ορισμένες επιλεγείσες προσωπικότητες όσο και, κυρίως, από την υποχρεωτική συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Επιστημονικών Συμβουλίων Ψυχικής Υγείας των Δ.Υ.Πε.. Εδώ έχουμε μια συνειδητή θεσμική επιλογή υπερεκπροσώπησης του ίδιου του διοικητικού μηχανισμού στο εσωτερικό ενός οργάνου, το οποίο υποτίθεται ότι συγκροτήθηκε για να ελέγχει την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων.


Εισαγγελική εξουσία στον έλεγχο του ίδιου μηχανισμού

Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται ο Ηλίας Ζαγοραίος, Εισαγγελέας Εφετών και πρώην Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.

Η επιλογή αυτή εγείρει σοβαρό ζήτημα θεσμικής συμβατότητας με τον ρόλο ενός ανεξάρτητου μηχανισμού προστασίας δικαιωμάτων, όπως αυτός προϋποτίθεται από το άρθρο 33 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD) και τα διεθνή πρότυπα ανεξάρτητων θεσμών.

Λόγω της ιδιότητάς του, συνδέθηκε θεσμικά με την εφαρμογή εισαγγελικών εντολών, ακούσιων νοσηλειών και ελέγχων δομών ψυχικής υγείας. Δηλαδή, με τον ίδιο τον μηχανισμό κρατικών παρεμβάσεων που επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων.

Το ζήτημα, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι προσωπικό. Είναι θεσμικό.

Όταν το ίδιο πρόσωπο που είχε ρόλο στην εφαρμογή αυτών των μηχανισμών καλείται να προΐσταται ενός οργάνου που οφείλει να ελέγχει τις συνέπειές τους, ανακύπτει μια εμφανής σύγκρουση ρόλων.

 

Επιστημονικό κύρος και εγγύτητα στους παρόχους υπηρεσιών

Ο Στυλιανίδης Στυλιανός αποτελεί μία από τις πλέον αναγνωρισμένες προσωπικότητες στον χώρο της ψυχικής υγείας. Είναι, όμως, ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος της Ε.Π.Α.Ψ.Υ., ενός από τους μεγαλύτερους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, που χρηματοδοτείται, λειτουργεί και εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας.

Η Επιτροπή καλείται, όμως, να εποπτεύει και φορείς του ίδιου συστήματος. Όταν σε αυτή συμμετέχουν πρόσωπα που έχουν συνδεθεί με βασικούς φορείς υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ανακύπτει σαφές ζήτημα θεσμικής σύγκρουσης ρόλων.


Από την εκτελεστική εξουσία στο «ανεξάρτητο» όργανο

Η Παπακώστα Ειρήνη ορίζεται μέλος της Επιτροπής, ενώ συμμετέχει σε διοικητικά συμβούλια εποπτευόμενων φορέων ψυχικής υγείας, παράλληλα, δε, υπηρετεί ως μετακλητή στο Ιδιαίτερο Γραφείο του Υφυπουργού Υγείας[1], αρμόδιου για την ψυχική υγεία.

Πρόκειται, δηλαδή, για πρόσωπο που δεν βρίσκεται εκτός της διοίκησης, αλλά έχει ενταχθεί στον πυρήνα της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας.

Πώς μπορεί ένα τέτοιο πρόσωπο να λειτουργήσει ως ανεξάρτητο μέλος ενός οργάνου που καλείται να ελέγχει την ίδια εξουσία που υπηρετεί;

Η επιλογή αυτή όχι μόνο δεν ενισχύει την ανεξαρτησία, αλλά την υπονομεύει, θέτοντας εν αμφιβόλω την απαιτούμενη απόσταση, την αντικειμενικότητα και, τελικώς, την ίδια την αξιοπιστία του ελεγκτικού ρόλου της Επιτροπής.


Εκπροσώπηση ληπτών ή θεσμική ενσωμάτωση;

Η Νομίδου Αικατερίνη, ως Πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ., ορίζεται ως εκπρόσωπος των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ωστόσο, έχει ήδη συμμετάσχει σε επιτροπές του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, δηλαδή σε θεσμικά όργανα του ίδιου του Υπουργείου, ενώ και η ίδια η Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ. χρηματοδοτείται από το κράτος. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τον ρόλο της, αλλά δείχνει ότι, η εκπροσώπηση δεν προέρχεται από έναν εντελώς ανεξάρτητο χώρο.

Όταν η «φωνή των ληπτών» είναι ήδη ενταγμένη σε κρατικές διαδικασίες, η ανεξαρτησία της εκπροσώπησης καθίσταται σχετική.

 

Εκπροσώπηση ή διαμεσολάβηση;

Ο Σαμουηλίδης Αναστάσιος, δικηγόρος, ορίζεται ως εκπρόσωπος των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει ένα διαφορετικό ζήτημα. Τη φύση της εκπροσώπησης. Η εκπροσώπηση των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας προϋποθέτει άμεση συμμετοχή ή σαφή οργανική σύνδεση με τον χώρο των ίδιων των ληπτών. Η τοποθέτηση στην Επιτροπή ενός νομικού μετατοπίζει την εκπροσώπηση προς τη διαμεσολάβηση.

Αντί για τη φωνή των ίδιων των υποκειμένων των δικαιωμάτων, εμφανίζεται μια φωνή που μιλά εξ ονόματός τους.


Κύρος χωρίς απόσταση

Στη σύνθεση της Επιτροπής συμμετέχουν επίσης πανεπιστημιακοί και επαγγελματίες με σημαντική επιστημονική διαδρομή. Η παρουσία τους, είναι βέβαιο, ενισχύει την εικόνα επάρκειας και «πολυεπιστημονικότητας» της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν διασφαλίζει κατ’ ανάγκη την ανεξαρτησία της. Πρόκειται, κατά κανόνα, για πρόσωπα που έχουν ήδη παρουσία και ρόλο στον χώρο της ψυχικής υγείας, μέσω πανεπιστημιακών, θεσμικών ή επαγγελματικών δομών. Έτσι, αντί να συγκροτείται μια Επιτροπή που τα μέλη δεν προέρχονται από τη διοίκηση, αναπαράγεται, σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο το σύστημα.


Και οι 7 Πρόεδροι των Ε.Συ.Ψ.Υ.: η θεσμοθέτηση της σύγκρουσης ρόλων

Αν τα παραπάνω εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ως προς την ανεξαρτησία της Επιτροπής, η υποχρεωτική συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Επιστημονικών Συμβουλίων Ψυχικής Υγείας των Δ.Υ.Πε. τα μετατρέπει σε βεβαιότητα.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 3329/2005, όπως ισχύει, οι Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.)[2] είναι αρμόδιες για τον προγραμματισμό, τον συντονισμό και την υλοποίηση των πολιτικών ψυχικής υγείας, ενώ τα Επιστημονικά Συμβούλια Ψυχικής Υγείας (Ε.Συ.Ψ.Υ.) λειτουργούν ως εσωτερικά επιστημονικά όργανα των Δ.Υ.Πε., με ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση και λειτουργία του συστήματος[3].

Ειδικότερα, τα Ε.Συ.Ψ.Υ. γνωμοδοτούν για κρίσιμα ζητήματα, όπως η οργάνωση των εφημεριών, η λειτουργία των δομών, οι θεραπευτικές διαδικασίες και η κατανομή των ακούσιων νοσηλειών, ενώ εισηγούνται μέτρα πολιτικής και συμμετέχουν στη διαμόρφωση της λειτουργίας του περιφερειακού δικτύου ψυχικής υγείας. Οι Πρόεδροί τους είναι, κατά κανόνα, ανώτερα στελέχη του Ε.Σ.Υ. ή/και πανεπιστημιακοί, με άμεση και καθοριστική εμπλοκή στη λειτουργία και οργάνωση του ίδιου του συστήματος.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η υποχρεωτική συμμετοχή τους στην Επιτροπή προστασίας δικαιωμάτων δημιουργεί μια καταφανή θεσμική σύγκρουση ρόλων. Διότι, τα ίδια πρόσωπα καλούνται να συμμετέχουν στη διαμόρφωση και λειτουργία του συστήματος και, ταυτόχρονα, να το ελέγχουν για παραβιάσεις δικαιωμάτων.

Τα πρόσωπα αυτά αποτελούν τμήμα του ίδιου διοικητικού και επιστημονικού μηχανισμού, που γνωμοδοτεί για ακούσιες νοσηλείες, εισηγείται για οργάνωση δομών και συμμετέχει στη λειτουργία του συστήματος. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τον ίδιο μηχανισμό που η Επιτροπή καλείται να εποπτεύει. Εδώ δεν έχουμε απλώς θεσμική εγγύτητα. Έχουμε θεσμοθέτηση της σύγκρουσης. Ο ελεγκτής ενσωματώνει τον ελεγχόμενο.

Και αυτό δεν αποτελεί, απλώς, εσωτερική αντίφαση, αλλά αντίκειται σε θεμελιώδεις διεθνείς αρχές για την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων. Σύμφωνα με τις "Δέκα Βασικές Αρχές" του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO/MNH/MND/96.9), σχετικά με τη νομοθεσία περί την ψυχική υγεία, η εφαρμογή του πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων πρέπει να παρακολουθείται από ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο, διακριτό τόσο από τις διοικητικές αρχές όσο και από τους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκρότηση της Επιτροπής, με τη συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Ε.Συ.Ψ.Υ. -ενταγμένων στον ίδιο τον διοικητικό και λειτουργικό μηχανισμό που καλείται να ελέγχει-, θέτει σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με τα διεθνή πρότυπα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.   


Η ανεξαρτησία ως «εικόνα»

Η νέα Επιτροπή συγκροτείται από πρόσωπα με κύρος, εμπειρία και θεσμική παρουσία. Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Διότι η ανεξαρτησία δεν εξασφαλίζεται από το κύρος των προσώπων, αλλά από την απόσταση που έχουν απ’ το σύστημα, που καλούνται να ελέγξουν.

Και στην προκειμένη περίπτωση, η απόσταση αυτή εμφανίζεται περιορισμένη

Η Επιτροπή παρουσιάζεται ως πολυμελής, πολυεπιστημονική και «ανεξάρτητη». Στην ουσία, όμως, λειτουργεί ως μια καλά δομημένη θεσμική «βιτρίνα». 

Μια βιτρίνα που δημιουργεί την εικόνα ελέγχου, χωρίς να τον εξασφαλίζει.



[2]  Ν. 3329/2005, όπως ισχύει, «Άρθρο 2, Σκοπός της Δ.Υ.Πε. «Σκοπός της Δ.Υ.Πε. είναι: α) Ο προγραμματισμός, συντονισμός, εποπτεία και έλεγχος στα όρια της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, της λειτουργίας όλων των Φορέων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Φ.Π.Υ.Υ.). Ως Φορείς Παροχής Υπηρεσιών Υγείας ορίζονται οι ακόλουθοι: (1) Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας. (2) Μονάδες Ψυχικής Υγείας (Μ.Ψ.Υ.) του Εθνικού Δικτύου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (Ε.Δ.Υ.Ψ.Υ.), Κέντρα Απεξάρτησης. (3) Λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, που ασκούν δραστηριότητες στους τομείς υγείας και κοινωνικής αλληλεγγύης και εποπτεύονται από τον Υπουργό Υγείας. β) Η υποβολή, προς τον Υπουργό Υγείας, εισηγήσεων, μέτρων και προτάσεων που αποσκοπούν στην πληρέστερη και αποδοτικότερη παροχή υπηρεσιών υγείας στον πληθυσμό της Περιφέρειάς τους. γ) Η παρακολούθηση της εφαρμογής, από τις Διοικήσεις των εποπτευόμενων Φ.Π.Υ.Υ., της πολιτικής που χαράσσεται από το Υπουργείο Υγείας. δ) Η παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών ψυχικής υγείας και ο συντονισμός δράσεων και πολιτικών παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε επίπεδο υγειονομικής περιφέρειας. ε) Η χορήγηση ιατρικών ειδικοτήτων σε ειδικευόμενους των οικείων Δομών Παροχής Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας.».

[3] Ν. 3329/2005 άρθρο 6Β, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 13 ν. 5129/2024 (ΦΕΚ Α` 124/01.08.2024): «Άρθρο 6Β, Επιστημονικό Συμβούλιο Ψυχικής Υγείας. 1. Σε κάθε Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας (Δ.Υ.Πε.) συστήνεται ένα Επιστημονικό Συμβούλιο Ψυχικής Υγείας (Ε.Συ.Ψ.Υ.), που αποτελείται από δεκατρία (13) μέλη και συγκεκριμένα: α) Έναν (1) ιατρό ειδικότητας Ψυχιατρικής Ενηλίκων ή Ψυχιατρικής Παίδων και Εφήβων με θέση Συντονιστή Διευθυντή ή Διευθυντή Ε.Σ.Υ. ή έναν (1) Καθηγητή, οποιασδήποτε βαθμίδας, Διευθυντή Πανεπιστημιακής κλινικής ή εργαστηρίου, που εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όσους κατέχουν κάποια από τις παραπάνω θέσεις ευθύνης στις αποκεντρωμένες μονάδες παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., ως Πρόεδρο, β) δύο (2) ιατρούς ειδικότητας Ψυχιατρικής Ενηλίκων ή Ψυχιατρικής Παίδων και Εφήβων με βαθμό Διευθυντή Ε.Σ.Υ. ή μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) βαθμίδας Επίκουρου Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή Καθηγητή που δεν είναι Διευθυντές Πανεπιστημιακών Κλινικών ή Εργαστηρίων, που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους Διευθυντές Ε.Σ.Υ. των αποκεντρωμένων μονάδων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., πλην Συντονιστών Διευθυντών, και από τα μέλη Δ.Ε.Π. βαθμίδας Επίκουρου Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή Καθηγητή που δεν είναι Διευθυντές Πανεπιστημιακών Κλινικών ή Εργαστηρίων, γ) έναν (1) ιατρό ειδικότητας Ψυχιατρικής Ενηλίκων ή Ψυχιατρικής Παίδων και Εφήβων με βαθμό Επιμελητή Α` ή Β`, που εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όλους τους Επιμελητές Α` και Β` των αποκεντρωμένων μονάδων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., δ) έναν (1) ειδικευόμενο στην Ψυχιατρική Ενηλίκων ή Ψυχιατρική Παίδων και Εφήβων ιατρό που εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όλους τους ειδικευόμενους στις ως άνω ειδικότητες ιατρούς των αποκεντρωμένων μονάδων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., ε) δύο (2) ψυχολόγους της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους ψυχολόγους που υπάγονται στην άνω Διεύθυνση, στ) δύο (2) κοινωνικούς λειτουργούς ή λοιπούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας, μη ιατρούς, κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας και της Διεύθυνσης Νοσηλευτικής Ψυχικής Υγείας, που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους μη ιατρούς υπαλλήλους, κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ, που υπάγονται στις άνω Διευθύνσεις, ζ) δύο (2) Νοσηλευτές ΠΕ ή ΤΕ ή, ελλείψει αυτών, επισκέπτες υγείας, με βαθμό τουλάχιστον Γ`, της Διεύθυνσης Νοσηλευτικής Ψυχικής Υγείας που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους υπαγόμενους στην άνω Διεύθυνση νοσηλευτές και επισκέπτες υγείας, και η) δύο (2) λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, από τους οποίους ένας (1) ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από την Ένωση Ασθενών Ελλάδος και ένας (1) ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ.). Τα μέλη του Ε.Συ.Ψ.Υ. των περ. α) έως και ζ) εκλέγονται μετά από εκλογές που προκηρύσσονται με απόφαση του αρμόδιου για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε.. Αν οποιοδήποτε μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου χάσει την ιδιότητα με την οποία έχει εκλεγεί, παύει αυτόματα να είναι μέλος και ορίζεται νέο με την ίδια διαδικασία, για το υπόλοιπο της θητείας. Αν οποιοδήποτε μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου απουσιάζει από περισσότερες από τρεις (3) συνεχόμενες συνεδριάσεις, είναι δυνατή η αντικατάστασή του, με την ίδια διαδικασία, για το υπόλοιπο της θητείας, μετά από σχετική απόφαση του Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται κατόπιν εισήγησης του Προέδρου ή του αναπληρωτή του. 2. Το Ε.Συ.Ψ.Υ. συνεδριάζει στην έδρα της Δ.Υ.Πε. τακτικά δύο (2) φορές τον μήνα και έκτακτα, όταν αυτό ζητηθεί από τον Πρόεδρο ή δύο (2) τουλάχιστον από τα μέλη του. 3. Η θητεία του Ε.Συ.Ψ.Υ. είναι δύο (2) ετών και η συγκρότησή του γίνεται με απόφαση του Υποδιοικητή της οικείας Υ.Πε., αρμόδιου για θέματα ψυχικής υγείας. Με την ίδια απόφαση ανατίθεται η γραμματειακή υποστήριξη σε υπάλληλο της οικείας Δ.Υ.Πε.. Στις συνεδριάσεις του Ε.Συ.Ψ.Υ. τηρούνται πρακτικά σε ειδικό βιβλίο πρακτικών θεωρημένο από τον Υποδιοικητή της οικείας Υ.Πε., αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας. 4. Το Ε.Συ.Ψ.Υ. γνωμοδοτεί κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε ή εισηγείται προς τον Υποδιοικητή της οικείας Υ.Πε. για θέματα ανάπτυξης και υλοποίησης των πολιτικών ψυχικής υγείας, καθώς και βελτιστοποίησης της λειτουργίας του οικείου Περιφερειακού Δικτύου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ.). Ενδεικτικά: α) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. για τη δημιουργία νέων δομών και υπηρεσιών εντός του Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ. και για την τροποποίηση και εξειδίκευση της λειτουργίας των υφισταμένων, β) γνωμοδοτεί προς τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας, κατόπιν αιτήματός του, για ζητήματα εφημεριών και κατανομής ακούσιων νοσηλειών, εξασφαλίζοντας την αυστηρή τομεοποίηση των υπηρεσιών, γ) γνωμοδοτεί προς τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας, κατόπιν αιτήματός του, για ζητήματα θεραπευτικών διαδικασιών για όλες τις δομές και όλους τους διασυνδεόμενους, συνεργαζόμενους και εποπτευόμενους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., δ) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε., για τη συγκρότηση ειδικών επιστημονικών επιτροπών: δα) πρόληψης και πρωτοβάθμιας φροντίδας, δβ) δευτεροβάθμιας φροντίδας και δγ) ψυχοκοινωνικής επανένταξης, με συμμετοχή επαγγελματιών ψυχικής υγείας εκ των εποπτευόμενων φορέων του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., σύμφωνα με την περ. κδ της παρ. 2 του άρθρου 3Α, ε) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε., κατ` ανάλογη εφαρμογή της περ. ε της παρ. 3 του άρθρου 9, για θέματα ηθικής και δεοντολογίας που δύνανται να ανακύψουν στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., όπως η τήρηση των γενικά παραδεκτών αρχών της ακεραιότητας της έρευνας και της ορθής επιστημονικής πρακτικής και η προστασία των προσωπικών δεδομένων, στ) καταρτίζει και υποβάλλει προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων για την πλήρωση της θέσης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας και του αναπληρωτή αυτού, με κριτήρια την επιστημονική επάρκεια, τις διοικητικές ικανότητες, την εκπαιδευτική και ερευνητική δραστηριότητα, τη συμπεριφορά προς τους ασθενείς, το κύρος τους μεταξύ των συναδέλφων και το πνεύμα συνεργασίας τους κατ` ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2889/2001 (Α` 37), ζ) υποβάλλει προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή και τους Προϊσταμένους των Διευθύνσεων Ψυχικής Υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., κατόπιν αιτήματός τους, προτάσεις αναφορικά με οργανωτικά και επιστημονικά ζητήματα λειτουργίας των δομών και φορέων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., καθώς και θέματα εξειδίκευσης και επιμόρφωσης του προσωπικού τους, η) εισηγείται προς τον Υποδιοικητή της Υ.Πε., αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας: ηα) παρεμβάσεις για τη βελτίωση της παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας και την ανάπτυξη των πολιτικών υγείας, με έμφαση στις οργανωτικές δομές ανά υγειονομική περιφέρεια με βάση τις καταγεγραμμένες ανάγκες και τα δεδομένα του χάρτη ψυχικής υγείας, ηβ) μέτρα ψυχικής υγείας για το επιχειρησιακό σχέδιο αντιμετώπισης κρίσεων, εκτάκτων αναγκών και μαζικών καταστροφών στα όρια της οικείας Υ.Πε., ηγ) μέτρα που αφορούν στη βελτίωση της λειτουργίας των επί μέρους δομών του Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., στη θέσπιση προτεραιοτήτων κατά τον προγραμματισμό της προμήθειας εξοπλισμού ή υγειονομικού υλικού και σε οτιδήποτε κριθεί, από τον Υποδιοικητή, ότι δύναται να βελτιώσει την ποιότητα των παρεχόμενων προς τους ασθενείς υπηρεσιών, θ) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. και τους Προϊσταμένους των Διευθύνσεων Ψυχικής Υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., κατόπιν αιτήματός τους, για προγράμματα δια βίου εκπαίδευσης και συνεχιζόμενης κατάρτισης για την ενημέρωση των ψυχιάτρων, παιδοψυχιάτρων ή άλλων επαγγελματιών ψυχικής υγείας ή διοικητικών ή άλλων εργαζομένων στην κοινοτική ψυχιατρική, και ι) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. για θέματα που άπτονται της βελτίωσης της δραστηριότητας των επιστημονικών επιτροπών των δομών και φορέων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., καθώς και όποιων άλλων επιτροπών ή ομάδων εργασίας συσταθούν από τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε..».

Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024

Ψυχική υγεία στη χώρα μας: Ένας «ασθενής» που νοσεί*

Της Ελισάβετ Σταματίου

Με αφορμή τις αντιδράσεις που έχουν προκληθεί από την απόφαση συγχώνευσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε έναν ενιαίο φορέα και τις ενδεχόμενες συνέπειές της ασχοληθήκαμε με το συγκεκριμένο θέμα και με χαρά διαπιστώσαμε πως στο Περιστέρι υπάρχουν δομές που φιλοξενούν άτομα που αντιμετωπίζουν ψυχικές νόσους και εξαρτήσεις.

Πιο συγκεκριμένα στην Ανθούπολη βρίσκεται ο ξενώνας ΒΕΛΕΣΤΙΝΟΥ, στην οδό Βελεστίνου 16 (ανήκουν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής «Δαφνί») ο ξενώνας «Αμάλθεια» στην οδό Αχαΐας 10 ενώ στη οδό Δωδεκανήσου υπάρχει ο ξενώνας «Μετάβαση», μονάδα ψυχολογικής και κοινωνικής αποκατάστασης, όπως και άλλες ανάλογες δομές και ξενώνες. Γνωρίζοντας ότι υπάρχουν άτομα που βρήκαν στήριξη και ανακούφιση στις συγκεκριμένες δομές, αναρωτηθήκαμε για τον ρόλο των δομών ψυχικής υγείας και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται από το κράτος.

Θεωρήσαμε σκόπιμο να έρθουμε σε επαφή με τον Γιάννη Αλεξάκη, δικηγόρο, νομικό σύμβουλο φορέων ψυχικής υγείας και πρώην μέλος της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, για να μας κατατοπίσει σχετικά με τις εξελίξεις στο θέμα της ψυχικής υγείας, γνωρίζοντας τόσο την ευαισθητοποίηση του στο συγκεκριμένο θέμα, που χρόνια τώρα υπηρετεί, όσο και την ενεργό του δράση.

 

Κύριε Αλεξάκη, αρχίζοντας την κουβέντα μας, θα ήθελα να σας ρωτήσω πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με ένα τόσο ευαίσθητο θέμα όπως είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών ατόμων;

Κάποια στιγμή κατά την άσκηση της δικηγορίας, εντελώς τυχαία, ήρθα σε επαφή με ψυχικά ασθενείς. Σύντομα διαπίστωσα ότι οι ψυχικά ασθενείς είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι, και γι’ αυτό εκμεταλλεύσιμοι. Το κοινωνικό στίγμα δε, που τους ακολουθεί από τη στιγμή της διάγνωσης της νόσου και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, ή όπως οι ίδιοι οι ασθενείς λένε: «μια φορά τρελός, πάντα τρελός», καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, την εξουσία και τις Αρχές. Τολμώ να πω, ότι ανάλογη αντιμετώπιση έχουν και από αρκετούς επαγγελματίες της κυρίαρχης ψυχιατρικής πρακτικής, της στενά βιολογικής και άκρως κατασταλτικής.

Διαπίστωσα, επίσης, την κατάφωρη καταπάτηση των ατομικών τους δικαιωμάτων ακόμη και εκείνων που χαρακτηρίζονται βασικά δικαιώματα, όπως είναι λ.χ. η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, οι αναγκαστικές καθηλώσεις που ανερυθρίαστα αποκαλούνται «ιατρικές πράξεις», η στέρηση της ελεύθερης επικοινωνίας, αλλά και της ικανότητας για δικαιοπραξία κ.ά. Και να σκεφτείτε, πως υποβάλλονται σ’ όλες αυτές τις στερήσεις πάντα στο όνομα της «θεραπείας» τους. Διαπιστώνοντας, λοιπόν, την τραγική θέση των ψυχικά ασθενών στην ελληνική κοινωνία, θέλησα να σταθώ πλάι τους, μαζί με άλλες αλληλέγγυες ομάδες, για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Νομίζω πως το λειτούργημά μου ως δικηγόρου βρήκε μια νέα προοπτική, απαλλαγμένη ίσως από ορισμένες αρνητικές πτυχές της ενεργού δικηγορικής δράσης σε άλλους τομείς.

 

Έχοντας παρακολουθήσει τις δημοσιεύσεις σας, έχω διαπιστώσει ιδιαίτερη ευαισθησία στο θέμα της ακούσιας νοσηλείας και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι ψυχικά ασθενείς στη χώρα μας

Πράγματι, η ακούσια νοσηλεία, δηλαδή η στέρηση της ελευθερίας και στη συνέχεια η αναγκαστική θεραπεία, είναι μία εξαιρετικά τραυματική εμπειρία για τους ψυχικά πάσχοντες. Είναι αλήθεια ότι, αρκετές φορές η ακούσια νοσηλεία επιβάλλεται από τις συνθήκες. Ωστόσο, κάποιες φορές χρησιμοποιείται από τους οικείους του πάσχοντα ως μέσον χειραγώγησης, εκμετάλλευσης ή και εκδίκησης. Όμως, η διαδικασία με την οποία υλοποιείται η ακούσια εξέταση και νοσηλεία, παρά τις εκάστοτε πομπώδεις εξαγγελίες των αρμοδίων υπουργών αλλά και τις αναφορές στο νόμο περί σεβασμού της προσωπικότητας του ψυχικά πάσχοντα, καταπατά βάναυσα τα ατομικά του δικαιώματα και αντιμετωπίζεται σαν εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου, αφού η όλη διαδικασία υλοποιείται από τις αστυνομικές αρχές. Για να καταλάβετε τι ακριβώς εννοώ επιτρέψτε μου να σας περιγράψω εν συντομία τις συνθήκες με τις οποίες υλοποιείται η εισαγγελική εντολή περί ακούσιας εξέτασης και νοσηλείας: ο ασθενής αναζητείται από τις αστυνομικές αρχές, αν δεν υπάρχει διαθέσιμο περιπολικό για την μεταφορά του στο εφημερεύον νοσοκομείο, προσάγεται στο αστυνομικό τμήμα, όπου κρατείται στο κρατητήριο μέχρις ότου βρεθεί διαθέσιμο περιπολικό, στη συνέχεια με περιπολικό και συνοδεία αστυνομικών οργάνων οδηγείται στο ψυχιατρικό νοσοκομείο. Αντιλαμβάνεστε πόσο επιβαρύνει η διαδικασία αυτή την ήδη βεβαρημένη ψυχική υγεία του ασθενούς; Ας μην αναφερθώ στις συνθήκες που βιώνει ο ψυχικά ασθενής που νοσεί σε νησί και πρέπει να μεταφερθεί ακούσια σε νοσοκομείο των Αθηνών.

Και όπως είπε ένας φίλος και συνάδελφος, η ψυχική πάθηση είναι η μόνη ασθένεια που απαιτεί να συνοδεύεται ο ασθενής από δικηγόρο. Δυστυχώς.

 

Σε σχέση με την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που συζητείται έντονα, τι έχετε να πείτε;

Πρέπει να γίνουν πολλά βήματα ακόμα για να μπορούμε να μιλάμε για ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Η ψυχιατρική που ονειρευόμαστε απέχει πολύ από το σήμερα. Σε ένα σύστημα που παράγει διαρκώς «περιττούς» ανθρώπους ο ψυχικά ασθενής είναι ένας άρρωστος χωρίς δικαιώματα και ενδιαφερόμαστε κυρίως για την καταστολή του συμπτώματος του και όχι για τη σωστή του ανάγνωση. Ονειρευόμαστε μια ψυχιατρική που δεν αποκλείει ούτε τιμωρεί τον ασθενή αλλά τον κατανοεί και τον στηρίζει. Πως πρέπει να δεις τον ασθενή συνολικά, ως Όλο. Να έχει κατοικία, απασχόληση, εισόδημα, όπως έχουν αναφερθεί πολλοί προοδευτικοί ψυχίατροι, όπως λ.χ., ο Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου κ,ά.. Μάλιστα, σε ομιλία του ο ψυχίατρος Γιώργος Κοκκινάκης, είχε αναφέρει: «Τα τελευταία 30 χρόνια δεν υπάρχει πιο χρησιμοποιημένη λέξη από τον όρο ψυχιατρική μεταρρύθμιση και δεν υπάρχει λέξη με μεγαλύτερη αμφισημία η και πολυσημία. Στη δεκαετία του “80 μετά το σκάνδαλο της Λέρου όπου απεκαλύφθη το Βατερλό της Ελληνικής ψυχιατρικής και των ψυχιάτρων ήταν δύσκολο -πολύ δύσκολο- να πάρει κανείς θέση υπέρ της κρατούσας ψυχιατρικής και ενάντια στην ανάγκη μεταρρύθμισης. Έτσι όλοι τοποθετήθηκαν στην πλευρά της μεταρρύθμισης. Πώς εννοούσαμε και πως εξακολουθούμε να εννοούμε όμως εμείς την ψυχιατρική μεταρρύθμιση; Με απλά λόγια: Όταν λέμε ψυχιατρική μεταρρύθμιση εννοούμε τη δημιουργία κοινοτικών δομών σε κάθε ψυχιατρικό τομέα, που θα αντικαταστήσει τη μονόπλευρη και ατελέσφορη αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου με μία ολιστική αντιμετώπιση και με μία συνολική φροντίδα, που δεν θα εξαντλείται σε μία καλή φαρμακευτική η ψυχοθεραπευτική αγωγή αλλά θα περιλαμβάνει και την μέριμνα για το πώς θα ζήσει ο άρρωστος άνθρωπος, με τι εισόδημα, τι εργασία, τι δικαιώματα κλπ. Το πλέγμα κοινοτικών δομών σε κάθε ψυχιατρικό τομέα χωρίς δικαίωμα παραπομπής έχει καθήκον να αντιμετωπίζει κάθε ψυχιατρικό αίτημα χωρίς παραπομπές, χωρίς επιλογές. Αλλά επειδή το ουσιαστικό υποκείμενο κάθε νέας συμπεριφοράς είναι ο άνθρωπος, εδώ είναι το πρόβλημα. Ο όρος ψυχιατρική μεταρρύθμιση μπορεί να είναι και παραπλανητικός καλύτερα έπρεπε να λέγαμε μεταρρύθμιση της ψυχιατρικής, αλλαγή της ψυχιατρικής, αλλαγή του ψυχιατρικού επιστημονικού υποδείγματος, αλλαγή δηλαδή του ψυχιατρικού σκέπτεσθαι και του ψυχιατρικού πράττειν».

 

Πιστεύετε δηλαδή ότι στη χώρα μας δεν παρέχεται η δέουσα προσοχή και φροντίδα, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται οι ψυχικά ασθενείς ως πολίτες β’ κατηγορίας;

Δυστυχώς, όπως σας ανέφερα και στην αρχή της συζήτησής μας, το στίγμα καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι ψυχικά πάσχοντες από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, την εξουσία, τις Αρχές και από ορισμένους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Πράγματι, παρά τα τόσα συνέδρια και ημερίδες που συχνά πραγματοποιούνται με θέμα το στίγμα και τα δικαιώματα των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, οι ψυχικά ασθενείς συμβαίνει να αντιμετωπίζονται ως πολίτες β’ κατηγορίας. Εννοείται πως συμβαίνει αυτό, όπως υπάρχει ρατσισμός σε τόσα θέματα, έτσι υπάρχει ακόμα έντονος ρατσισμός και απέναντι σε άτομα με ψυχικές νόσους. Άλλωστε, προς αυτή την κατεύθυνση ωθεί τον ψυχικά ασθενή, όπως προανέφερα, και η κρατούσα ψυχιατρική, στενά βιολογική και άκρως κατασταλτική.

Αλλά και η δικαιοσύνη αντιμετωπίζει, υπό το πρίσμα του στίγματος, του ψυχικά ασθενείς ως πολίτες β’ κατηγορίας. Ενδεικτικά να σας πω, ότι οι δίκες που αφορούν την ακούσια νοσηλεία προβλέπεται από το νόμο να συζητηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα από τον εγκλεισμό, ωστόσο προσδιορίζονται να συζητηθούν μήνες αργότερα. Η συζήτηση της υπόθεσης δε γίνεται κατά κανόνα ενώπιον δικαστή, που απασχολείται με αρμοδιότητες ανακριτού, επιφορτισμένου με πληθώρα σοβαρών ποινικών υποθέσεων. Μάλιστα πολλές φορές η δίκη γίνεται ενώ ο ασθενής έχει λάβει ήδη εξιτήριο. Το χρονικό διάστημα των μηνών που μεσολαβεί μέχρι την έκδοση της απόφασης, ο ασθενής παραμένει παράνομα ακούσια νοσηλευόμενος.

 

Διακρίνω μια απογοήτευση στα λόγια σας.

Πώς πιστεύετε ότι αντιμετωπίζεται η ψυχική υγεία από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες;

Θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ στη σημερινή πολιτική ηγεσία, η οποία λειτουργεί πελατειακά, και μεθοδικά αποσκοπεί στην απεξάρθρωση του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας εν γένει και την πλήρη ιδιωτικοποίησή της. Η υποστελέχωση και υποχρηματόδοτηση των δημόσιων ψυχιατρείων και νοσοκομείων, οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση, Δυστυχώς, ναι, πολλοί είναι εκείνοι που βλέπουν την ψυχική υγεία ως κόστος και εμπόρευμα. Να σημειώσω εδώ ότι φτωχοποίηση της χώρας μας, οι κακές συνθήκες διαβίωσης, η ανεργία κ.λ.π., παίζουν το ρόλο του «κοινωνικού προδρόμου της τρέλας», όπως έχει λεχθεί. Και είναι αλήθεια, η ψυχική υγεία πολλών συμπολιτών μας, είναι προφανές, έχει επιβαρυνθεί και χωρίς κοινοτικές δομές θα δημιουργηθεί σοβαρό ζήτημα.

Ήδη η χώρα μας έχει μετατραπεί, για κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους σε μια αγχώδη και καταθλιπτική χώρα για να ζει κάποιος. Κι αυτό διότι, σύμφωνα με μελέτη που στηρίχθηκε σε στοιχεία της Eurostat, έδειξε πως η χώρα μας είναι πρωταθλήτρια στον άγχος, ενώ την ίδια ώρα βρίσκεται ανάμεσα στις 10 χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών.

 

Τι έχετε να πείτε για το νομοσχέδιο σχετικά με τις αλλαγές επίκεινται στις Υπηρεσίες ψυχικής υγείας και απεξάρτησης;

Το νέο νομοσχέδιο, επιτρέψτε μου να πω, είναι αόρατο προς το παρόν. Κι αυτό διότι τα κείμενα που διακινούνται εν είδει νομοσχεδίου, προέρχονται από σκόπιμες διαρροές του υπουργείου υγείας, ενδεχομένως για να διαπιστωθούν τυχόν αντιδράσεις των εμπλεκομένων. Εν πάση περιπτώσει, το νομοσχέδιο αυτό, που είναι εντελώς γραφειοκρατικό και κατ' ευφημισμό αναφέρει στον τίτλο του «ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», συνοπτικά θα σας πω, για να αναφερθώ στον τομέα μου, ότι ακολουθεί τη συνήθη τακτική που σας προανέφερα, δηλαδή παρότι στο πρώτο άρθρο του νομοσχεδίου γίνεται και πάλι επίκληση του σεβασμού των δικαιωμάτων και των αναγκών των ψυχικά ασθενών, όμως, σε κανένα άλλο σημείο του νομοσχεδίου δεν αναφέρεται, ούτε προβλέπεται κάτι σχετικό με τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών. Απουσιάζει παντελώς επίσης οποιαδήποτε πρόβλεψη, έστω λεκτική, όπως μέχρι τώρα γινόταν, συμμετοχής των «ληπτών των υπηρεσιών ψυχικής υγείας» στα διοικητικά όργανα που προβλέπει το νομοσχέδιο. Περαιτέρω, ούτε στην ουσιαστική βελτίωση των δομών ψυχικής υγείας για τη θεραπεία των ψυχικά πασχόντων αποσκοπεί. Επιπλέον, να επισημάνω ότι, ενώ με το εν λόγω σχέδιο νόμου προβλέπεται το κλείσιμο των ψυχιατρείων «Δαφνί» και Θεσσαλονίκης, ωστόσο, η μη ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, είναι βέβαιο, θα απεξαρθρώσει τις παρεχόμενες σήμερα υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα νομοσχέδιο απορρύθμισης και απεξάρθρωσης τόσο των υπηρεσιών ψυχικής υγείας όσο και της απεξάρτησης.

Κατά την άποψη μου, λαμβάνοντας υπόψη το σημερινό «μαρασμό» των δημόσιων νοσοκομείων και του ΕΣΥ γενικότερα, που μεθοδικά οδήγησε η σημερινή κυβέρνηση, το νομοσχέδιο αυτό συνιστά τον προπομπό της πλήρους ιδιωτικοποίησης της ψυχικής υγείας.

 

Και με αυτό το θέμα της επικαιρότητας για το οποίο καταθέσατε εμπεριστατωμένα και ειλικρινά την άποψή σας, νομίζω πως μπορεί να ολοκληρωθεί αυτή η συζήτηση, ελπίζοντας πως τα μηνύματά σας θα εισακουστούν.


____________

* Συνέντευξη στην Ελισάβετ Σταματίου, που δημοσιεύτηκε στο free press «LiFE WEST», τεύχος 33, Μάρτιος 2024, σελ. 18-19.

- φωτογραφία από: @Nannimensch


Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Εξευτελιστική, απάνθρωπη, αργή και βασανιστική πορεία προς το θάνατο

 Δυόμιση μήνες συστηματικά καθηλωμένος

 

Ο Δ.Α., ηλικίας 72 περίπου ετών (γεννήθηκε το έτος 1949), φιλόλογος, είναι ψυχικά ασθενής και εξ αιτίας τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα (πεζός και παρασύρθηκε από δίκυκλη μοτοσικλέτα) εισήχθη στις 16-04-2022, σε κρατικό νοσοκομείο και νοσηλεύεται στο Νευροχειρουργικό Τμήμα μέχρι σήμερα.

Δεν έχει συγγενικό περιβάλλον, παρά μόνο έναν αδελφό μεγαλύτερο σε ηλικία ο οποίος διαμένει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και μακρινά ξαδέλφια. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του παρουσίασε, εκτός άλλων, αλλεπάλληλες ουρολοιμώξεις, και εξ αιτίας της έλλειψης νοσηλευτικού προσωπικού και για την προστασία των υπολοίπων ασθενών από την μετάδοση της ουρολοίμωξης, επιλέχθηκε ως λύση και τού εφαρμόστηκε η τοποθέτηση μόνιμα καθετήρα κι η μηχανική κατ’αρχήν και στη συνέχεια συνδυασμένη φαρμακευτική καθήλωση.                                                                 

Σήμερα (5-07-2022), δυόμιση μήνες δηλαδή μετά την εισαγωγή του, και παρότι αποκαταστάθηκε η υγεία του σχετικά με το τροχαίο ατύχημα, συνεχίζει νοσηλευόμενος στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του προαναφερόμενου νοσοκομείου, αντί να μεταφερθεί σε ψυχιατρικό τμήμα, και για την αντιμετώπιση του έχει επιλεγεί η καθημερινή και συνεχόμενη καθήλωση (μηχανική ή /και φαρμακευτική), χωρίς την τήρηση οιουδήποτε πρωτοκόλλου.

 
Εν τω μεταξύ, η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, που θα μπορούσε να επιληφθεί της προάσπισης των δικαιωμάτων του ασθενούς, είναι ανύπαρκτη, διότι η θητεία των μελών της έληξε στις 15 Μαΐου 2022 και μέχρι σήμερα (5-07-2022) δεν έχει συγκροτηθεί νέα… .                                               

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

«Δεν ακούει; Δέστε τον!»

«Η καθήλωση είναι μία “θεραπευτική” πρακτική που εφαρμόζεται –μεταξύ άλλων- σε άτομα με σοβαρή ψυχική αναπηρία, τα οποία παρουσιάζουν συμπεριφορές επικίνδυνες για τον εαυτό τους και τους άλλους και συνίσταται στην ακινητοποίηση του ασθενή με ιμάντες σε ορισμένα ή όλα τα άκρα του ασθενή».  Αυτό είναι το επίσημο αφήγημα της ψυχιατρικής νοσηλείας, το οποίο θεσμικά εξαντλείται σε μια χαλαρή σύσταση προς τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ώστε να εφαρμόζονται ορισμένες ασφαλιστικές δικλείδες που αφορούν τα μέτρα πρόληψης, τον χρόνο εφαρμογής των μέτρων, το πλαίσιο καταγραφής και παρακολούθησης των μέτρων κ.λ.π..

Είναι αλήθεια, πως υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση σχετικά με τη λεγόμενη «καθήλωση» ή τον «κλινοστατικό περιορισμό» των διεγερτικών ψυχιατρικών ασθενών για ένα περιορισμένο διάστημα. Θέλω να πω ότι, από άποψη ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τόσο η CPT όσο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχουν πολλές φορές διατυπώσει την άποψη, ότι αυτή είναι μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή, και εφόσον τηρούνται συγκεκριμένοι κανόνες και συγκεκριμένες προδιαγραφές. Δηλαδή, να εξυπηρετείται η θεραπεία, να είναι προς την προστασία του ίδιου του ατόμου και να υπάρχουνε κανόνες σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Τι συμβαίνει όμως στην πράξη; Στην πράξη οι καθηλώσεις δεν αποτελούν ένα κατ΄ εξαίρεση μέτρο αλλά μια συνήθη και ευρείας έκτασης πρακτική, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελεί και το “καλωσόρισμα” οιουδήποτε ακούσια νοσηλευόμενου ασθενή. Επιπλέον, οι καθηλώσεις δεν αποτελούν μια θλιβερή νησίδα, που αφορά μια μικρή υποομάδα του πληθυσμού σε ορισμένες νοσηλευτικές μονάδες, ούτε αφορά μόνο τους ψυχιατρικούς ασθενείς. Ένα καθημερινό σχετικό ζήτημα αναδεικνύεται και στις παθολογικές κλινικές. Ιδίως, μάλιστα, όταν ο νοσηλευόμενος ασθενής παρουσιάζει συννοσηρότητα ψυχιατρικής και εσωτερικής παθολογίας. Στις περιπτώσεις αυτές παρατηρούνται στρεβλές διαστάσεις της καθήλωσης, καθώς και στιγματική συμπεριφορά -ορισμένων παθολογικών γιατρών, νοσοκόμων και διοικητικών- απέναντι στον ψυχιατρικό ασθενή, απέναντι στο ό,τι νομίζουν ως ψυχιατρικό, απέναντι σε κάθε “αποκλίνοντα” ασθενή.

Εν ολίγοις, στους δυνητικά δεμένους περιλαμβάνονται τα άτομα με ψυχική αναπηρία, τα άτομα με νοητική αναπηρία, τα άτομα με αυτισμό, τα άτομα με άνοια, τα παιδιά, αλλά πολλές φορές και ασθενείς άλλης παθολογίας. Άτομα, δηλαδή, που νοσηλεύονται για οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας και συνιστούν όχληση στην λειτουργία των νοσηλευτικών τμημάτων. Στις περιπτώσεις αυτές, μάλιστα, δεν τηρούνται καν οι προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει για τους ακούσια νοσηλευόμενους ψυχικά ασθενείς. Δεν εφαρμόζεται κανένα Πρωτόκολλο. Το φαινόμενο δε είναι τόσο συχνό, που κατέληξε να θεωρείται σύνηθες και να περνάει απαρατήρητο.

Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του εικονιζόμενου ηλικίας εβδομήντα δυο (72) ετών ψυχικά ασθενούς, ο οποίος μετά από τροχαίο ατύχημα νοσηλεύεται σε Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Αττικής*, καθηλωμένος για μεγάλα χρονικά διαστήματα με σοβαρό κίνδυνο βλάβης της υγείας του. Το παράδειγμα αυτό καταδεικνύει ότι, το φαινόμενο των καθηλώσεων είναι συχνό και έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Είναι τόσο διεγερτικός ο εν λόγω ασθενής, ώστε να θεωρείται "επικίνδυνος" για τον εαυτό του ή/και τους άλλους; Εξυπηρετείται η θεραπεία του με τη διαρκή και για μεγάλα χρονικά διαστήματα καθήλωσή του; Ή μήπως, τελικά, η καθήλωση εφαρμόζεται σε όλους όσους ασθενείς δεν παραμένουν στο κρεβάτι τους και δεν τηρούν ευλαβικά τις οδηγίες του προσωπικού; 

Με άλλα λόγια, οι καθηλώσεις δεν αποτελούν μόνο τη χρόνια “διαταραχή” της ψυχιατρικής, αλλά και το σκοτεινό πρόσωπο της ιατρικής. «Δεν ακούει; Δέστε τον!». Είναι καιρός, λοιπόν, να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τα άτομα με αναπηρίες. Ελπίδα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η ψήφιση και εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρία. Ο αρμόδιος επίτροπος των ΗE έχει υιοθετήσει τις θέσεις των οργανώσεων των ατόμων με αναπηρία ότι, δηλαδή, η ακούσια νοσηλεία και οι καθηλώσεις που απορρέουν από αυτή συνιστούν καταστρατήγηση της Σύμβασης.

Όχι στις ασφαλιστικές δικλείδες και στις οδηγίες, λοιπόν. Όχι στις καθηλώσεις υπό προϋποθέσεις. Θα πρέπει το σχετικό πλαίσιο να αλλάξει ριζικά, το περιβάλλον στο οποίο τα άτομα με αναπηρίες εντάσσονται, να γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές και κυρίως να αλλάξει η στάση της κοινωνίας στο θέμα των καθηλώσεων. Να δούμε κατάματα το πρόβλημα και να βρούμε λύσεις που να σέβονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και, προφανώς, να διαθέσουμε πόρους ώστε να το αλλάξουμε.

 


________________

*Τα πλήρη στοιχεία του εικονιζόμενου ασθενούς καθώς και του Γ.Κ. Νοσοκομείου στο οποίο νοσηλεύεται είναι στη διάθεση του συντάκτη.