Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

Τέλος η ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές;


Σε μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση προέβη η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου – Βασιλοπούλου, που επιλύει την μακροχρόνια παράτυπη[1], αν όχι παράνομη και κατά παράβαση των άρθρων 101 ν. 2071/1992 και 16 ν. 2716/1999, ακολουθούμενη από τις εισαγγελικές και τις δικαστικές αρχές διαδικασία σχετικά με τη νοσηλεία ψυχικά ασθενών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές κατά τη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας.
Συγκεκριμένα, με έγγραφο του ο Εισαγγελέας Ακροάσεων Πρωτοδικών Αθηνών προς τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με θέμα τη «νοσηλεία ασθενών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές κατά τη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας» αποφαίνεται αυτολεξεί: «[…] ότι ήδη από την 1-9-18 δεν πραγματοποιούνται μεταφορές ασθενών από δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής νοσηλείας κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 101 του Ν. 2071/92 και 16 του Ν. 2716/99.».
Η ως άνω παραγγελία εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, η οποία στο σχετικό έγγραφό της αναφέρει: «Σας διαβιβάζουμε την έκθεση της από 14-3-2018 επίσκεψης του Κλιμακίου της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, που μας απεστάλη από το Υπουργείο Υγείας, για ενημέρωσή σας και για τις δικές σας ενέργειες.» [2]. 

Τι οδήγησε στην έκδοση των ως άνω παραγγελιών;

Η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές (στο εξής Ειδική Επιτροπή) με αφορμή το από 6-03-2018 δημοσίευμα της ειδησεογραφικής διαδικτυακής σελίδας VICE και τις φωτογραφίες περί των συνθηκών νοσηλείας των ψυχικά ασθενών που απεικονίζονται σε αυτό, προέβη στις 14-03-2018 σε έκτακτο έλεγχο ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής, που φέρεται να αφορά το δημοσίευμα, και συνέταξε την από 29-06-2018 έκθεσή της, με την οποία εκτός των άλλων ζητούσε: «[…] από τις Εισαγγελίες να εφαρμοστεί η ισχύουσα νομοθεσία για την ακούσια νοσηλεία η οποία δεν επιτρέπει την εν λόγω νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις του άρθρου 101 του ν. 2071/1992 και ιδιαίτερα του άρθρου 16 του ν. 2716/1999 για την ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές […]».
Στις διαπιστώσεις της Ειδικής Επιτροπής, σχετικά με τους ακούσια νοσηλευόμενους ψυχικά πάσχοντες, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«[…] (2) Ακούσια και Εκούσια Νοσηλεία. 
Σύμφωνα και με τα λεχθέντα των ψυχιάτρων,  περίπου η μία στις τρεις εισαγωγές (1-3) ήταν με ακούσια νοσηλεία. Η εν λόγω ακούσια νοσηλεία έγινε καταρχήν σε δημόσιο ψυχιατρικό νοσοκομείο ή ψυχιατρικό τμήμα γενικού νοσοκομείου (άρθρο 95 επομ. του ν. 2071/1992) και στη συνέχεια κατόπιν αιτήματος της οικογένειας τροποποιήθηκε η απόφαση και έγινε διακομιδή στην ψυχιατρική κλινική. Διαπιστώσαμε ότι έχει αναπτυχθεί μια παράτυπη διαδικασία, αν όχι παράνομη πρακτική, με την οποία διακομίζονται οι ακούσια νοσηλευόμενοι (αφού λάβουν εξιτήριο) από το δημόσιο νοσοκομείο στην ψυχιατρική κλινική με εντολή εισαγγελέα. Ωστόσο μια τέτοια εισαγγελική εντολή δεν είναι σύμφωνη με το νόμο και φυσικά δεν τηρούνται οι εκ του νόμου προθεσμίες, καθώς προϋποθέτει την εφαρμογή των άρθρων 95 επομ του ν. 2071/1992 και τη σχετική έκδοση της υπουργικής απόφασης του άρθρου 101 του ανωτέρω νόμου και ιδιαίτερα την υπουργική απόφαση του άρθρου 16 του ν. 2716/1999 για την ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές. Επίσης ασθενείς βαπτίζονται «εκούσιοι» και υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι συγκατατίθενται στην εκούσια νοσηλεία, η οποία στην πλειοψηφία των περιπτώσεων φαίνεται ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις  έγκυρης συγκατάθεσης. Παρόλο που υπάρχει το ανωτέρω σχετικό έγγραφο στο φάκελο των ασθενών, οι εκούσιοι νοσηλευόμενοι δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις της εκούσιας νοσηλείας του άρθρου 94 του ν. 2071/1992, σύμφωνα με την οποία « … 5. Αν ο ασθενής που νοσηλεύτηκε ακούσια «ζητήσει» την εκούσια νοσηλεία του πρέπει να βεβαιωθεί από δύο ψυχιάτρους ή επ' αδυναμίας εξεύρεσης δεύτερου ψυχιάτρου από ένα ψυχίατρο και ένα ιατρό παθολόγο, η ικανότητα του ασθενή να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του...».   Επίσης δεν τηρούνται οι προβλεπόμενοι νόμιμοι χρόνοι νοσηλείας με συνέπεια την παραμονή επί μακρόν των ασθενών και την περίθαλψη ικανού αριθμού χρόνιων.
Οι διαπιστώσεις αυτές για την ακούσια και εκούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές δεν αφορά μόνο την εν λόγω κλινική, αλλά αποτελεί πάγια και γενικευμένη πρακτική των εισαγωγών σε ιδιωτικές κλινικές επί σειρά ετών.  […] 4. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία: α) δεν επιτρέπεται η ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις του άρθρου 101 του ν. 2071/1992 και  ιδιαίτερα του άρθρου 16 του  ν. 2716/1999.  […] Ζητείται από τις Εισαγγελίες να εφαρμοστεί η ισχύουσα νομοθεσία για την ακούσια νοσηλεία η οποία δεν επιτρέπει την εν λόγω νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις του άρθρου 101 του ν. 2071/1992 και ιδιαίτερα του άρθρου 16 του ν. 2716/1999 για την ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές. Να συμπληρωθούν τα νομοθετικά κενά από το Υπουργείο Υγείας με την έκδοση των σχετικών υπουργικών αποφάσεων του άρθρου 101 του ν. 2071/1992 και  ιδιαίτερα του άρθρου 16 του  ν. 2716/1999  […].»[3]

Οι διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2716/1999[4] καθώς και αυτές της παρ. 2, του άρθρου 101 του ν. 2071/1992[5] για την ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, όπως και όλες οι διατάξεις των άρθρων 95 επ. του ν. 2071/1992 για την ακούσια νοσηλεία, διέπονται από την ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών, οι οποίοι εγκλείονται σε ψυχιατρικά ιδρύματα.
Ο νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις διαφοροποίησε τη στάση του απέναντι στις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, εξαρτώντας την εφαρμογή των διατάξεων της ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές με την έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης (που θα περιλαμβάνει ειδικούς όρους και προϋποθέσεις για την υλοποίηση της ακούσιας νοσηλείας), η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί.

Η δυνατότητα λοιπόν υλοποίησης της ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική (χωρίς την πρόβλεψη ειδικών όρων για την υλοποίηση της ακούσιας νοσηλείας) είναι δυνατόν να οδηγήσει σε καταχρηστικές επιλογές και ουσιαστικά να ακυρώσει τις εγγυητικές διατάξεις που προβλέφθηκαν για τον φερόμενο ως ασθενή.

Η επιλογή αυτή του νομοθέτη δεν είναι τυχαία, ούτε προέκυψε από αβλεψία: κατά το Εισηγητικό Σημείωμα του έκτου κεφαλαίου του Ν. 2071/1992 αναγνωρίζεται ότι η ακούσια νοσηλεία αποτελεί παραβίαση στην προσωπική σφαίρα του πολίτη και υπό  το πλαίσιο αυτό προβλέπονται αυξημένες εγγυήσεις[6].

Επειδή, λοιπόν, ο εγκλεισμός αποτελεί σοβαρή προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της προστασίας της προσωπικότητας και της προσωπικής ελευθερίας του ψυχικά πάσχοντα, δεν είναι δυνατόν η υλοποίηση της ακούσιας νοσηλείας να επαφίεται ανεξέλεγκτα σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές. Γι'αυτό πρέπει, με όμοια παραγγελία της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, να ισχύσει η οδηγία για όλες τις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές της χώρας.
Σε περίπτωση όπου έχει ήδη διαταχθεί ακούσια νοσηλεία με δικαστική απόφαση σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, ο ασθενής ή και ο Εισαγγελέας αυτεπάγγελτα μπορούν να ζητήσουν να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 99 παρ. 3 του ν. 2071/1992 για τη διακοπή της ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική[7]. 


[1] Εδώ η υπ’ αριθμ. 2/2009 ΓνωμΕισΠρΘεσ Δημ. Παπαγεωργίου.
[2] Εδώ το έγγραφο του Εισαγγελέα Ακροάσεων και η παραγγελία της Εισαγγελέως Αρείου Πάγου.
[3] Εδώ το πλήρες κείμενο της από 29-06-2018  Έκθεσης της Ειδικής Επιτροπής.
[4] Ν. 2716/1999, άρθρο 16, Ακούσια νοσηλεία «Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι ιδιωτικές κλινικές, προκειμένου να δέχονται ασθενείς με ψυχικές διαταραχές για ακούσια νοσηλεία κα ορίζεται ο τρόπος διασύνδεσης αυτών των ιδιωτικών κλινικών με την Ειδική Επιτροπή προστασίας των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχικές διαταραχές και η παρακολούθηση των ασθενών από τις Τομεακές Επιτροπές Ψυχικής Υγείας.».
[5] Ν. 2071/1992, παρ. 2, άρθρου 101, Ιδιωτικοί φορείς ψυχικής υγείας «1. […]  2. Με απόφαση του Υπουργού  Υγείας,  Πρόνοιας  και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται οι προϋποθέσεις, όροι και η διαδικασία υπαγωγής στις διατάξεις των  άρθρων 91 έως και 100 των ιδιωτικών θεραπευτηρίων, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια, που αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου αυτού.».
[6] Κώστας Κοσμάτος, Παρατηρήσεις στην 2/2009 ΓνωμΕισΘεσ, Αρμενόπουλος, 1994, 8  σελ. 964.
[7] ο.π. 6, Κώστας Κοσμάτος.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Ο δύσβατος δρόμος προς την άρση της δικαστικής συμπαράστασης



Το στίγμα, τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις γύρω από την ψυχική ασθένεια και τους ψυχικά πάσχοντες χαρακτηρίζουν, δυστυχώς, ακόμη και σήμερα τις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων.
Είναι γνωστό ότι τα ελληνικά δικαστήρια, όταν εκδικάζουν αιτήσεις για τη θέση ψυχικά ασθενών σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, εκδίδουν με μεγάλη ευκολία αποφάσεις, με τις οποίες θέτουν τους ψυχικά πάσχοντες, σωρηδόν και αδιακρίτως, σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης. Όταν όμως πρόκειται, σπανίως είναι αλήθεια, να δικάσουν υποθέσεις άρσης δικαστικής συμπαράστασης, αμφισβητούν ακόμη και το δημόσιο χαρακτήρα του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, και επιζητούν ψυχιατρική γνωμάτευση περί "πλήρους ίασης" του ψυχικά ασθενούς - συμπαραστατούμενου.

Με απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών διέταξε την επανάληψη της συζήτησης αίτησης για την άρση δικαστικής συμπαράστασης[1], η οποία υποβλήθηκε στο δικαστήριο από τον ίδιο τον συμπαραστατούμενο, προκειμένου να προσκομίσει ιατρική βεβαίωση, η οποία να αναφέρει, εκτός των άλλων, «κατά πόσο αυτός έχει αποθεραπευτεί (και σε ποιο βαθμό)», «να γίνει αναφορά στην μονιμότητα (;) ή μη της αποθεραπείας του», «και τέλος ποια η πρόβλεψη (;) για την νόσο από την οποία πάσχει».
Ο συμπαραστατούμενος, ηλικίας σήμερα 39 περίπου ετών, πάσχει από σχιζοφρένεια και είναι κρατούμενος από το έτος 2011 στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, για αδίκημα το οποίο διέπραξε και για το οποίο δεν κρίθηκε ακαταλόγιστος (άρθρ. 69 ΠΚ). Δυο χρόνια αργότερα, το έτος 2013, μετά από αίτηση που υποβλήθηκε στο δικαστήριο από συγγενικό του πρόσωπο, τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης.
Στις αρχές του έτους 2018 υπέβαλε αίτηση στο δικαστήριο με σκοπό την άρση της δικαστικής του συμπαράστασης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, και με σκοπό να αποδείξει ότι δεν χρήζει πλέον δικαστικής συμπαράστασης, προσκόμισε δυο ιατρικές γνωματεύσεις, η πρώτη από ιδιώτη ψυχίατρο, την οποία το δικαστήριο παρέκαμψε επειδή, εκτός των άλλων, δεν αναφέρεται σε "πλήρη ίαση" του συμπαραστατούμενου, και η δεύτερη ιατρική γνωμάτευση καθηγητή ψυχιάτρου και υπεύθυνου του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, στην οποία αναφέρεται αυτολεξεί: «[…] Στην παρούσα φάση και μετά από μακροχρόνια σταθερή ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή η συγκέντρωση, μνήμη, και σκέψη του έχει βελτιωθεί, όπως έχει βελτιωθεί σημαντικά και ο έλεγχος της πραγματικότητας. Είναι ικανός να αντιληφθεί το συμφέρον της υγείας του, να επιμελείται του εαυτού του και των υποθέσεών του. Κατά τη γνώμη μου δεν χρήζει πλέον δικαστικής συμπαράστασης.».
Ωστόσο, η ως άνω δικαστική απόφαση αφού απέρριψε και τη δεύτερη γνωμάτευση με το ίδιο σκεπτικό (της μη "πλήρους ίασης"), και κρίνοντας ταυτόχρονα ότι το Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού δεν αποτελεί ούτε δημόσια αρχή ούτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το σκεπτικό ότι: «[…] το Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού (ιατρός του οποίου υπογράφει την πρώτη ως άνω προσκομιζόμενη ιατρική γνωμάτευση), δεν αποτελεί ούτε δημόσια αρχή ούτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με το «ΜΗΤΡΩΟ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΕΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ - Ιουνίου 2017», του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ (http:/hvww.minadmin. gov.gr/?p =23149)  […]», διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου «[…] να προσκομισθεί στο Δικαστήριο από αυτόν (συμπαραστατούμενο), ιατρική βεβαίωση από δημόσια αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (δημόσιο νοσοκομείο), η οποία να αναφέρει, πέραν της νοητικής - πνευματικής κατάστασης της υγείας του αιτούντος (προηγούμενης, παρούσας, περί λήψης φαρμακευτικής αγωγής, κλπ.), κατά πόσο αυτός έχει αποθεραπευτεί (και σε ποιο βαθμό) ή όχι, σε περίπτωση δε καταφατικής απάντησης να γίνει αναφορά στην μονιμότητα ή μη της αποθεραπείας του, κατά πόσο έχει συναίσθηση της πραγματικότητας (και σε ποιο βαθμό) ή όχι, κατά πόσο μπορεί να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του (και σε ποιο βαθμό) ή χρειάζεται και τη βοήθεια ετέρου προσώπου και τέλος ποια η πρόβλεψη για την νόσο από την οποία πάσχει.[…]»[2].
Με αφορμή την ανωτέρω απόφαση να θυμίσουμε ότι, σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης υποβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 1666 ΑΚ: «ο ενήλικος: 1. όταν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του […].». Προϋποθέσεις, δηλαδή, για την υπαγωγή ενός προσώπου με ψυχική ή διανοητική διαταραχή σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης είναι: α) ψυχική ή διανοητική διαταραχή (απλή, χρόνια κ.ά., αν αυτό υπαγορεύεται από το συμφέρον του συμπαραστατούμενου) του προσώπου και, β) ολική ή μερική αδυναμία του προσώπου να φροντίζει μόνο του για τις υποθέσεις του τόσο προσωπικής όσο και περιουσιακής φύσεως, η οποία οφείλεται στην ψυχική ή διανοητική διαταραχή του.
Επισημαίνεται, επίσης, ότι η δικαστική συμπαράσταση δεν επιβάλλεται για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο για να προστατεύσει τους πάσχοντες. Επομένως, το αληθινό συμφέρον (περιουσιακό ή ηθικό) του συμπαραστατέου πρέπει να αποτελεί τον γνώμονα όλων των ενεργειών που κατατείνουν στην εξυπηρέτηση του, γεγονός που καταγράφεται στη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 1684 ΑΚ: «Όλες οι πράξεις … πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου…»[3].


[1] Με την αίτησή του ζητούσε, δηλαδή, να καταργηθεί το καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης στο οποίο είχε τεθεί και να επανέλθει, από πλευράς δικαιοπρακτικής ικανότητας, στην κατάσταση την οποία βρισκόταν πριν από την κήρυξη της δικαστικής συμπαράστασης. 
[2] Εδώ το πλήρες κείμενο της δικαστικής απόφασης. 
[3] Εδώ μπορείτε να βρείτε το άρθρο για τον θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης.
[4] Εδώ ο Οργανισμός Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Α' 136/11-09-2017), από τον οποίο προκύπτει, στο άρθρο 2, παραγρ. 17.2, εδ. ε' περίπτωση γγ) ότι, το Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού είναι υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης: "Άρθρο 2, Διάρθρωση. "Οι υπηρεσιακές μονάδες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαρθρώνονται ως ακολούθως: [...] 17.2 Καταστήματα Κράτησης: [...] ε) Θεραπευτικά Καταστήματα: [...] γγ) Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού [...]".