Ένας διαχρονικός κοινωνικός μανδύας φόβου που συγκαλύπτει την κατάρρευση της δημόσιας ψυχικής υγείας
Κάθε φορά που συμβαίνει ένα
τέτοιο τραγικό γεγονός, η κοινωνία δεν συζητά ουσιαστικά για την ψυχική υγεία,
αλλά συζητά κυρίως για τον φόβο της απέναντι στην ψυχική ασθένεια. Αναπαράγει,
δηλαδή, το ριζωμένο κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει τον ψυχικά πάσχοντα.
Κι όμως, η «επικινδυνότητα» δεν
συνιστά ένα σταθερό βιολογικό χαρακτηριστικό του ψυχικά πάσχοντος ανθρώπου. Πίσω
από αυτήν κρύβεται μια ιστορικά εδραιωμένη θεσμική και κοινωνική κατασκευή, η
οποία χρησιμοποιήθηκε διαχρονικά για να νομιμοποιήσει: τον εγκλεισμό, την
επιτήρηση, την αφαίρεση δικαιωμάτων και την αντιμετώπιση του ψυχικά πάσχοντος
πρωτίστως ως απειλής για τη δημόσια τάξη και δευτερευόντως ως ανθρώπου που
χρειάζεται θεραπεία, υποστήριξη και διαφύλαξη των δικαιωμάτων του.
Η εικόνα που παρουσιάστηκε για
μια ακόμη φορά στο τηλεοπτικό πάνελ φυσικά δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε
επιστημονικά αθώα. Επιστρατεύεται διαχρονικά για να παράγει κοινωνικό φόβο, να
νομιμοποιεί τον αποκλεισμό, να δικαιολογεί τον εγκλεισμό και να προωθεί τη
δημιουργία ειδικών ψυχιατροδικαστικών δομών και τμημάτων.
Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχιατρική
μετατρέπεται, όχι σπάνια, από χώρο θεραπείας και φροντίδας σε μηχανισμό
επιτήρησης, διαχείρισης και κοινωνικού ελέγχου. Η χρόνια ιδρυματοποίηση διαλύει
σταδιακά την προσωπική ταυτότητα, παράγει παθητικότητα, ενισχύει την κοινωνική
απόσυρση και αναπαράγει τον αποκλεισμό. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η απομόνωση, η εγκατάλειψη, η ιδρυματική βία και η αποπροσωποποίηση παύουν να αποτελούν απλώς παρενέργειες του συστήματος και μετατρέπονται σε δομικά στοιχεία της ίδιας της ιδρυματικής λειτουργίας.
Στη δημόσια συζήτηση που
ακολούθησε το περιστατικό, ακούστηκαν από τους συμμετέχοντες στο πάνελ χαρακτηριστικές
φράσεις που αναπαράγουν ευθέως το κοινωνικό στίγμα, όπως λ.χ. «δεν
αντιμετωπίζεις φυσιολογικούς ανθρώπους», «δεν ξέρεις πότε θα εκραγούν», «είναι
ειδικοί ασθενείς», «αυτοί οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι».
Και όμως, μέσα στην ίδια ακριβώς συζήτηση, οι ίδιοι οι ομιλητές παραδέχθηκαν ταυτόχρονα ότι, οι δομές είναι ασφυκτικά γεμάτες, το προσωπικό δεν επαρκεί, οι εργαζόμενοι είναι εξουθενωμένοι, δεν υπάρχουν επαρκείς χώροι, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική εξατομικευμένη παρακολούθηση, οι ασθενείς στοιβάζονται, ενώ ακόμη και η χρόνια απομόνωση και ο εγκλεισμός, όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, «γεννούν αγρίμια».
Η ίδια η συζήτηση, ωστόσο, φανερώνει μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά αναγνωρίζεται ότι, ο ιδρυματισμός, η απομόνωση, η κατασταλτική διαχείριση, η έλλειψη ανθρώπινης σχέσης, η εγκατάλειψη και η απανθρωποποίηση επιδεινώνουν δραματικά την ψυχική κατάσταση ενός ανθρώπου. Από την άλλη, το ίδιο το περιστατικό χρησιμοποιείται για να ενισχυθεί ακριβώς η ίδια λογική: περισσότερη φύλαξη, περισσότερη επιτήρηση, περισσότερη καταστολή, περισσότερη «ασφάλεια». Σαν να μην μάθαμε τίποτα, δεκαετίες τώρα, από την ιστορία των ψυχιατρικών ιδρυμάτων. Διότι η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι, οι κλειστές ιδρυματικές δομές όχι μόνο αποτυγχάνουν θεραπευτικά, αλλά συχνά επιδεινώνουν την αποδιοργάνωση που υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν.
Η «επικινδυνότητα» δεν προϋπάρχει
πάντοτε του ιδρύματος. Πολλές φορές κατασκευάζεται, ενισχύεται ή παγιώνεται
μέσα σε αυτό. Διότι η πραγματική επικινδυνότητα δεν εντοπίζεται μόνο σε μια
ψυχική κρίση. Εντοπίζεται και σε ένα σύστημα ψυχικής υγείας που λειτουργεί εδώ
και χρόνια στα όρια της αποσύνθεσης. Εντοπίζεται, κυρίως, στη χρόνια
υποστελέχωση, στην υποχρηματοδότηση, στην ανυπαρξία επαρκών κοινοτικών
υπηρεσιών και δομών συνεχούς φροντίδας, στην απουσία ουσιαστικής κοινοτικής
ψυχιατρικής, και στην εγκατάλειψη κάθε σοβαρής πολιτικής αποϊδρυματοποίησης.
Έτσι, όταν δύο ψυχικά
αποδιοργανωμένοι άνθρωποι συγκατοικούν αναγκαστικά σε υποστελεχωμένες μονάδες,
χωρίς επαρκή θεραπευτική υποστήριξη, χωρίς επαρκές προσωπικό και χωρίς
πραγματικές δυνατότητες εξατομικευμένης φροντίδας, τότε το πρόβλημα δεν μπορεί
να αναλύεται αποκλειστικά ως «παθολογία» του ενός ασθενή.
Η κοινωνία φαίνεται να επιλέγει
να φοβάται τον ψυχικά πάσχοντα αντί να αντικρίσει τη δική της θεσμική αποτυχία.
Και έτσι, κάθε τραγωδία μετατρέπεται σε εργαλείο αναπαραγωγής της ίδιας
μυθολογίας περί «ανεξέλεγκτης απειλής», μέσω της επίκλησης του γνωστού
κοινωνικού στερεότυπου: του «επικίνδυνου ψυχασθενή». Ενός μύθου που επί
δεκαετίες χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει: άσυλα, καθηλώσεις, απομονώσεις,
δικαιϊκές εξαιρέσεις, κατασταλτικές πρακτικές, ακούσιους εγκλεισμούς χωρίς
ουσιαστικές εγγυήσεις, και τελικά την απογύμνωση του ψυχικά πάσχοντος από την
ιδιότητά του ως πλήρους υποκειμένου δικαιωμάτων.
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν
αρνείται ότι μπορεί να υπάρξουν πράξεις βίας σε ορισμένες βαριές ψυχικές
καταστάσεις. Και η ανάγκη προστασίας
ασθενών, εργαζομένων και κοινωνίας είναι αυτονόητη. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο,
είναι αν αυτή θα υπηρετείται μέσα από θεραπευτικές, κοινοτικές και
δικαιοκρατικές πρακτικές ή μέσα από διαρκή λογική φόβου, εγκλεισμού και
καταστολής. Αυτό όμως απέχει πολύ από το να μετατρέπεται συλλογικά η ψυχική
ασθένεια σε συνώνυμο της επικινδυνότητας.
Η διεθνής επιστημονική
βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι η βία δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην
ψυχική νόσο. Παρεμβαίνουν: η κοινωνική εγκατάλειψη, η φτώχεια, η κακοποίηση, οι
εξαρτήσεις, ο ιδρυματισμός, η απουσία θεραπευτικής συνέχειας και, συχνά, η ίδια
η αποδιοργάνωση που παράγουν οι κλειστές ιδρυματικές δομές.
Αντί λοιπόν να επανερχόμαστε
διαρκώς στη λογική του φόβου, του εγκλεισμού και της διαχείρισης της
«επικινδυνότητας», θα έπρεπε να συζητάμε σοβαρά για την ουσιαστική ενίσχυση της
κοινοτικής φροντίδας, της θεραπευτικής συνέχειας και των ανοιχτών δομών ψυχικής
υγείας.
Γιατί μια πραγματικά ανθρώπινη
ψυχιατρική δεν μπορεί να στηρίζεται στην απομόνωση και τον κοινωνικό έλεγχο,
αλλά στη θεραπευτική σχέση, την κοινοτική υποστήριξη, την αξιοπρέπεια και την
κοινωνική επανένταξη.
Εδώ ακριβώς ανακύπτουν τα κρίσιμα
πολιτικά και θεσμικά ερωτήματα: Γιατί, δεκαετίες μετά τις διακηρύξεις περί
«ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» και την πρόσφατα διακηρυγμένη «ολοκλήρωσή» της,
συνεχίζουμε να έχουμε δομές που λειτουργούν υπό συνθήκες ασφυξίας; Γιατί ενώ το
προσωπικό προειδοποιεί διαρκώς ότι δεν επαρκεί, η Πολιτεία εξακολουθεί να
κωφεύει; Γιατί η κοινοτική ψυχιατρική παραμένει αποδιαρθρωμένη παρά τους
πανηγυρικούς περί «ψυχιατρικής ολοκλήρωσης»; Γιατί η ψυχική υγεία εξακολουθεί
να αντιμετωπίζεται ως ο φτωχός συγγενής του δημόσιου συστήματος υγείας;
Η πραγματική αποτυχία δεν είναι
ότι ένας άνθρωπος σε πλήρη ψυχική αποδιοργάνωση προέβη σε μια τραγική πράξη. Η
πραγματική αποτυχία είναι ότι ένα ολόκληρο σύστημα γνώριζε επί χρόνια και
εξακολουθεί να γνωρίζει τις συνθήκες κατάρρευσης, αλλά συνεχίζει να κωφεύει,
παρουσιάζοντας παράλληλα αυτές τις δομές ως δήθεν κατάλληλες και θεραπευτικά
επαρκείς.
Και κάθε φορά που συμβαίνει μια
τραγωδία, αντί να συζητάμε για στελέχωση, για δικαιώματα, για κοινοτικές
υπηρεσίες, για αποϊδρυματοποίηση, για θεραπευτική συνέχεια, για ανθρώπινες
συνθήκες νοσηλείας, επιστρέφουμε ξανά στο ίδιο βολικό άλλοθι του φόβου, εκείνο του
«επικίνδυνου ψυχασθενή».
Έναν φόβο που, τελικά, αποκαλύπτει
πολύ περισσότερα για την κοινωνία μας, τους θεσμούς της και την αποτυχία της
πολιτείας να οργανώσει ένα πραγματικά ανθρώπινο σύστημα ψυχικής υγείας, παρά
για τους ίδιους τους ψυχικά πάσχοντες.
____
Πίνακας: «At Eternity’s Gate» («Στην Πύλη της Αιωνιότητας») είναι πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ βαν Γκογκ (1853-1890), φιλοτεχνημένος τον Μάιο του 1890 στο άσυλο του Αγίου Ρεμί της Προβηγκίας.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου