Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Κατασκευασμένος φόβος – Ο «επικίνδυνος ψυχασθενής»

Ένας διαχρονικός κοινωνικός μανδύας φόβου που συγκαλύπτει την κατάρρευση της δημόσιας ψυχικής υγείας

Μετά το τραγικό περιστατικό στο ψυχιατρικό νοσοκομείο "Δαφνί" παρακολουθήσαμε, για ακόμη μία φορά, γνωστό τηλεοπτικό σταθμό να αναπαράγει τον φόβο, με το ίδιο αφήγημα περί «επικινδυνότητας» να επιστρέφει σχεδόν αντανακλαστικά: ο «επικίνδυνος ψυχασθενής», ο «απρόβλεπτος άνθρωπος», η «έκρηξη», ο «ειδικός ασθενής», η ανάγκη για περισσότερη επιτήρηση, περισσότερη φύλαξη, περισσότερη ασφάλεια.

Κάθε φορά που συμβαίνει ένα τέτοιο τραγικό γεγονός, η κοινωνία δεν συζητά ουσιαστικά για την ψυχική υγεία, αλλά συζητά κυρίως για τον φόβο της απέναντι στην ψυχική ασθένεια. Αναπαράγει, δηλαδή, το ριζωμένο κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει τον ψυχικά πάσχοντα.

Κι όμως, η «επικινδυνότητα» δεν συνιστά ένα σταθερό βιολογικό χαρακτηριστικό του ψυχικά πάσχοντος ανθρώπου. Πίσω από αυτήν κρύβεται μια ιστορικά εδραιωμένη θεσμική και κοινωνική κατασκευή, η οποία χρησιμοποιήθηκε διαχρονικά για να νομιμοποιήσει: τον εγκλεισμό, την επιτήρηση, την αφαίρεση δικαιωμάτων και την αντιμετώπιση του ψυχικά πάσχοντος πρωτίστως ως απειλής για τη δημόσια τάξη και δευτερευόντως ως ανθρώπου που χρειάζεται θεραπεία, υποστήριξη και διαφύλαξη των δικαιωμάτων του.

Η εικόνα που παρουσιάστηκε για μια ακόμη φορά στο τηλεοπτικό πάνελ φυσικά δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε επιστημονικά αθώα. Επιστρατεύεται διαχρονικά για να παράγει κοινωνικό φόβο, να νομιμοποιεί τον αποκλεισμό, να δικαιολογεί τον εγκλεισμό και να προωθεί τη δημιουργία ειδικών ψυχιατροδικαστικών δομών και τμημάτων.

Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχιατρική μετατρέπεται, όχι σπάνια, από χώρο θεραπείας και φροντίδας σε μηχανισμό επιτήρησης, διαχείρισης και κοινωνικού ελέγχου. Η χρόνια ιδρυματοποίηση διαλύει σταδιακά την προσωπική ταυτότητα, παράγει παθητικότητα, ενισχύει την κοινωνική απόσυρση και αναπαράγει τον αποκλεισμό. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η απομόνωση, η εγκατάλειψη, η ιδρυματική βία και η αποπροσωποποίηση παύουν να αποτελούν απλώς παρενέργειες του συστήματος και μετατρέπονται σε δομικά στοιχεία της ίδιας της ιδρυματικής λειτουργίας.

Στη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε το περιστατικό, ακούστηκαν από τους συμμετέχοντες στο πάνελ χαρακτηριστικές φράσεις που αναπαράγουν ευθέως το κοινωνικό στίγμα, όπως λ.χ. «δεν αντιμετωπίζεις φυσιολογικούς ανθρώπους», «δεν ξέρεις πότε θα εκραγούν», «είναι ειδικοί ασθενείς», «αυτοί οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι».

Και όμως, μέσα στην ίδια ακριβώς συζήτηση, οι ίδιοι οι ομιλητές παραδέχθηκαν ταυτόχρονα ότι, οι δομές είναι ασφυκτικά γεμάτες, το προσωπικό δεν επαρκεί, οι εργαζόμενοι είναι εξουθενωμένοι, δεν υπάρχουν επαρκείς χώροι, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική εξατομικευμένη παρακολούθηση, οι ασθενείς στοιβάζονται, ενώ ακόμη και η χρόνια απομόνωση και ο εγκλεισμός, όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, «γεννούν αγρίμια».

Η ίδια η συζήτηση, ωστόσο, φανερώνει μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά αναγνωρίζεται ότι, ο ιδρυματισμός, η απομόνωση, η κατασταλτική διαχείριση, η έλλειψη ανθρώπινης σχέσης, η εγκατάλειψη και η απανθρωποποίηση επιδεινώνουν δραματικά την ψυχική κατάσταση ενός ανθρώπου. Από την άλλη, το ίδιο το περιστατικό χρησιμοποιείται για να ενισχυθεί ακριβώς η ίδια λογική: περισσότερη φύλαξη, περισσότερη επιτήρηση, περισσότερη καταστολή, περισσότερη «ασφάλεια». Σαν να μην μάθαμε τίποτα, δεκαετίες τώρα, από την ιστορία των ψυχιατρικών ιδρυμάτων. Διότι η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι, οι κλειστές ιδρυματικές δομές όχι μόνο αποτυγχάνουν θεραπευτικά, αλλά συχνά επιδεινώνουν την αποδιοργάνωση που υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν.

Η «επικινδυνότητα» δεν προϋπάρχει πάντοτε του ιδρύματος. Πολλές φορές κατασκευάζεται, ενισχύεται ή παγιώνεται μέσα σε αυτό. Διότι η πραγματική επικινδυνότητα δεν εντοπίζεται μόνο σε μια ψυχική κρίση. Εντοπίζεται και σε ένα σύστημα ψυχικής υγείας που λειτουργεί εδώ και χρόνια στα όρια της αποσύνθεσης. Εντοπίζεται, κυρίως, στη χρόνια υποστελέχωση, στην υποχρηματοδότηση, στην ανυπαρξία επαρκών κοινοτικών υπηρεσιών και δομών συνεχούς φροντίδας, στην απουσία ουσιαστικής κοινοτικής ψυχιατρικής, και στην εγκατάλειψη κάθε σοβαρής πολιτικής αποϊδρυματοποίησης.

Έτσι, όταν δύο ψυχικά αποδιοργανωμένοι άνθρωποι συγκατοικούν αναγκαστικά σε υποστελεχωμένες μονάδες, χωρίς επαρκή θεραπευτική υποστήριξη, χωρίς επαρκές προσωπικό και χωρίς πραγματικές δυνατότητες εξατομικευμένης φροντίδας, τότε το πρόβλημα δεν μπορεί να αναλύεται αποκλειστικά ως «παθολογία» του ενός ασθενή.

Η κοινωνία φαίνεται να επιλέγει να φοβάται τον ψυχικά πάσχοντα αντί να αντικρίσει τη δική της θεσμική αποτυχία. Και έτσι, κάθε τραγωδία μετατρέπεται σε εργαλείο αναπαραγωγής της ίδιας μυθολογίας περί «ανεξέλεγκτης απειλής», μέσω της επίκλησης του γνωστού κοινωνικού στερεότυπου: του «επικίνδυνου ψυχασθενή». Ενός μύθου που επί δεκαετίες χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει: άσυλα, καθηλώσεις, απομονώσεις, δικαιϊκές εξαιρέσεις, κατασταλτικές πρακτικές, ακούσιους εγκλεισμούς χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις, και τελικά την απογύμνωση του ψυχικά πάσχοντος από την ιδιότητά του ως πλήρους υποκειμένου δικαιωμάτων.

Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν αρνείται ότι μπορεί να υπάρξουν πράξεις βίας σε ορισμένες βαριές ψυχικές καταστάσεις.  Και η ανάγκη προστασίας ασθενών, εργαζομένων και κοινωνίας είναι αυτονόητη. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι αν αυτή θα υπηρετείται μέσα από θεραπευτικές, κοινοτικές και δικαιοκρατικές πρακτικές ή μέσα από διαρκή λογική φόβου, εγκλεισμού και καταστολής. Αυτό όμως απέχει πολύ από το να μετατρέπεται συλλογικά η ψυχική ασθένεια σε συνώνυμο της επικινδυνότητας.

Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι η βία δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην ψυχική νόσο. Παρεμβαίνουν: η κοινωνική εγκατάλειψη, η φτώχεια, η κακοποίηση, οι εξαρτήσεις, ο ιδρυματισμός, η απουσία θεραπευτικής συνέχειας και, συχνά, η ίδια η αποδιοργάνωση που παράγουν οι κλειστές ιδρυματικές δομές.

Αντί λοιπόν να επανερχόμαστε διαρκώς στη λογική του φόβου, του εγκλεισμού και της διαχείρισης της «επικινδυνότητας», θα έπρεπε να συζητάμε σοβαρά για την ουσιαστική ενίσχυση της κοινοτικής φροντίδας, της θεραπευτικής συνέχειας και των ανοιχτών δομών ψυχικής υγείας.

Γιατί μια πραγματικά ανθρώπινη ψυχιατρική δεν μπορεί να στηρίζεται στην απομόνωση και τον κοινωνικό έλεγχο, αλλά στη θεραπευτική σχέση, την κοινοτική υποστήριξη, την αξιοπρέπεια και την κοινωνική επανένταξη.

Εδώ ακριβώς ανακύπτουν τα κρίσιμα πολιτικά και θεσμικά ερωτήματα: Γιατί, δεκαετίες μετά τις διακηρύξεις περί «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» και την πρόσφατα διακηρυγμένη «ολοκλήρωσή» της, συνεχίζουμε να έχουμε δομές που λειτουργούν υπό συνθήκες ασφυξίας; Γιατί ενώ το προσωπικό προειδοποιεί διαρκώς ότι δεν επαρκεί, η Πολιτεία εξακολουθεί να κωφεύει; Γιατί η κοινοτική ψυχιατρική παραμένει αποδιαρθρωμένη παρά τους πανηγυρικούς περί «ψυχιατρικής ολοκλήρωσης»; Γιατί η ψυχική υγεία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ο φτωχός συγγενής του δημόσιου συστήματος υγείας;

Η πραγματική αποτυχία δεν είναι ότι ένας άνθρωπος σε πλήρη ψυχική αποδιοργάνωση προέβη σε μια τραγική πράξη. Η πραγματική αποτυχία είναι ότι ένα ολόκληρο σύστημα γνώριζε επί χρόνια και εξακολουθεί να γνωρίζει τις συνθήκες κατάρρευσης, αλλά συνεχίζει να κωφεύει, παρουσιάζοντας παράλληλα αυτές τις δομές ως δήθεν κατάλληλες και θεραπευτικά επαρκείς.

Και κάθε φορά που συμβαίνει μια τραγωδία, αντί να συζητάμε για στελέχωση, για δικαιώματα, για κοινοτικές υπηρεσίες, για αποϊδρυματοποίηση, για θεραπευτική συνέχεια, για ανθρώπινες συνθήκες νοσηλείας, επιστρέφουμε ξανά στο ίδιο βολικό άλλοθι του φόβου, εκείνο του «επικίνδυνου ψυχασθενή».

Έναν φόβο που, τελικά, αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για την κοινωνία μας, τους θεσμούς της και την αποτυχία της πολιτείας να οργανώσει ένα πραγματικά ανθρώπινο σύστημα ψυχικής υγείας, παρά για τους ίδιους τους ψυχικά πάσχοντες.

____

Πίνακας: «At Eternity’s Gate» («Στην Πύλη της Αιωνιότητας») είναι πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ βαν Γκογκ (1853-1890), φιλοτεχνημένος τον Μάιο του 1890 στο άσυλο του Αγίου Ρεμί της Προβηγκίας.


Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Η «ομογενοποίηση» ως διοικητικός αναχρονισμός στην ψυχοκοινωνική αποκατάσταση


Η απόφαση της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου με τίτλο «Ομογενοποίηση διαδικασιών και τήρηση θεσμικού πλαισίου στις Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης»*, φαίνεται να εκκινεί από έναν θεμιτό σκοπό: την πρόληψη φαινομένων κακομεταχείρισης, αυθαιρεσίας και οικονομικών ατασθαλιών σε στεγαστικές δομές ψυχικής υγείας.

Ωστόσο, το πρόβλημα που προκύπτει δεν εντοπίζεται στον σκοπό που επιδιώκει, αλλά στη μέθοδο που επιλέγεται για την επίτευξή αυτού του σκοπού.

Διότι το διεθνές και το ελληνικό δίκαιο, που διέπουν την ψυχική υγεία, δεν επιτρέπουν η προστασία να μετατρέπεται σε οριζόντια διοικητική υποκατάσταση της βούλησης του ενοίκου, ούτε η ψυχοκοινωνική αποκατάσταση να αποψιλώνεται από τον θεραπευτικό της πυρήνα και να ανασυγκροτείται ως σύστημα διαρκούς λογιστικής επιτήρησης.

Ο ν. 2716/1999 και ο ν. 5129/2024 μιλούν για κοινοτική ψυχιατρική, αποασυλοποίηση, ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και κοινωνική επανένταξη. Αντίστοιχα, η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, την οποία η χώρα μας έχει κυρώσει με τον ν. 4074/2012, κατοχυρώνει την αξιοπρέπεια, την ατομική αυτονομία, την ισότιμη νομική ικανότητα, την ανεξάρτητη διαβίωση και την ένταξη στην κοινότητα. Και οι αρχές αυτές δεν αποτελούν διακοσμητικές διακηρύξεις, αλλά δεσμευτικά κριτήρια ερμηνείας κάθε διοικητικής παρέμβασης στις δομές ψυχικής υγείας. Ιδίως το άρθρο 19 της Σύμβασης, όπως ερμηνεύεται από το Γενικό Σχόλιο αριθμ. 5 της Επιτροπής CRPD και τις Κατευθυντήριες Γραμμές του 2022 για την αποϊδρυματοποίηση, καθιστά σαφές ότι η αποασυλοποίηση δεν εξαντλείται στη μεταφορά των ψυχικά ασθενών εκτός ψυχιατρείων. Προϋποθέτει πραγματικό έλεγχο της καθημερινής ζωής, υποστηριζόμενη και όχι υποκατεστημένη λήψη αποφάσεων και υπηρεσίες που δεν αναπαράγουν, ακόμη και σε «κοινοτική» μορφή, λογικές επιτήρησης, εξάρτησης και ομοιόμορφης συμμόρφωσης.

Η κεντρική νομική θέση είναι απλή: ο έλεγχος είναι νόμιμος όταν είναι στοχευμένος, τεκμηριωμένος, εξατομικευμένος και ο λιγότερο επαχθής. Γίνεται προβληματικός όταν γενικεύεται σε όλους, ανεξαρτήτως κλινικής εικόνας, λειτουργικότητας και πραγματικού κινδύνου.

Αυτό προκύπτει από την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος, από το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του άρθρου 5, από τη φιλοσοφία του ν. 2716/1999, αλλά και από τον ίδιο τον Αστικό Κώδικα. Όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη περιορισμού της δικαιοπρακτικής ικανότητας ή υποστήριξης στη λήψη αποφάσεων, η οδός είναι δικαστική, με ελάχιστους αναγκαίους περιορισμούς, συνεκτίμηση της γνώμης του προσώπου και αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων. Δεν μπορεί να υποκαθίσταται από εσωτερικές διοικητικές παρακάμψεις μέσω οριζόντιων πρωτοκόλλων.

Ασφαλώς, ορισμένα μέτρα της απόφασης μπορούν, κατ’ αρχήν, να ερείδονται σε μια θεμιτή λογική προστασίας των δικαιωμάτων των ενοίκων. Η αποκατάσταση του ελέγχου του ενοίκου επί του προσωπικού τραπεζικού του λογαριασμού, για παράδειγμα, μπορεί να είναι ορθή. Η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές του Υπουργείου Υγείας είχε ήδη επισημάνει από το 2018 ότι, όποιος δεν τελεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης διατηρεί τη δικαιοπρακτική του ικανότητα και ότι η παρεμπόδιση πρόσβασης στον τραπεζικό του λογαριασμό είναι παράνομη, αυθαίρετη και αντίθετη στην αυτοδιάθεση και στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση.

Το ίδιο, όμως, μέτρο εκτρέπεται όταν μεταφράζεται σε άκαμπτο, καθολικό και πρακτικά ανεφάρμοστο καθεστώς «τραπεζικής συμμόρφωσης», χωρίς εξατομικευμένη στήριξη, χωρίς εύλογες προσαρμογές και χωρίς σεβασμό στη βούληση και στις πραγματικές δυνατότητες του ίδιου του προσώπου.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η καθολική απαγόρευση κάθε κοινού ταμείου. Άλλο πράγμα είναι η απαγόρευση αδιαφανούς φύλαξης χρημάτων από τη δομή και άλλο η κατάργηση κάθε μικρής, εθελοντικής και διαφανούς συλλογικής δαπάνης για ανάγκες της καθημερινής ζωής. Στις στεγαστικές δομές η κοινή ζωή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά μέρος της αποκατάστασης.

Αντίστοιχα, η μετατροπή του Προσώπου Αναφοράς σε συλλέκτη αποδείξεων, τηρητή βιβλίων και ενδιάμεσο οικονομικής εποπτείας αλλοιώνει τον θεραπευτικό του ρόλο. Ο θεραπευτικός δεσμός δεν μπορεί να συνυπάρχει χωρίς κόστος με ρόλους ελεγκτή, απολογιστή και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αστικός Κώδικας αποκλείει από τον ρόλο του δικαστικού συμπαραστάτη πρόσωπα που συνδέονται στενά με τη μονάδα όπου διαμένει ή θεραπεύεται ο συμπαραστατούμενος. Αυτό που ο νομοθέτης αποκλείει στη δικαστική οδό δεν μπορεί να επανεισάγεται πλαγίως με διοικητικές οδηγίες.

Το ίδιο ζήτημα ανακύπτει και με τα θεωρημένα πρακτικά της Πολυκλαδικής Θεραπευτικής Ομάδας και τη διαβίβασή τους στη διοίκηση. Η ΠΘΟ δεν είναι λογιστική επιτροπή. Είναι θεραπευτικός και αποκαταστασιακός πυρήνας. Η διοίκηση μπορεί να ελέγχει ότι οι συνεδριάσεις γίνονται και ότι τα Ατομικά Θεραπευτικά Προγράμματα υπάρχουν και εφαρμόζονται. Δεν μπορεί, όμως, να διεισδύει αδιακρίτως στο εσωτερικό της κλινικής συζήτησης, ιδίως όταν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα υγείας. Εδώ τίθενται ζητήματα άρθρου 8 ΕΣΔΑ, άρθρου 22 CRPD, ΓΚΠΔ και αρχής ελαχιστοποίησης των δεδομένων.

Το ίδιο ισχύει και για την οριζόντια αναθεώρηση όλων των Ατομικών Θεραπευτικών Προγραμμάτων με ενιαία διοικητικά ορόσημα. Τα ΑΘΠ δεν είναι φόρμες συμμόρφωσης, αλλά εργαλεία εξατομικευμένης θεραπευτικής και αποκαταστασιακής πορείας. Όταν αναθεωρούνται όχι με βάση την κλινική ανάγκη, αλλά με βάση διοικητική προθεσμία, παύουν να λειτουργούν ως εργαλεία θεραπείας και μετατρέπονται σε μηχανισμούς διοικητικής συμμόρφωσης.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από την εν λόγω απόφαση της 2ης ΥΠε είναι σαφές: η απόφαση φαίνεται να μετακινεί το σύστημα από τον στοχευμένο έλεγχο των φορέων σε μια οριζόντια δυσπιστία έναντι ενοίκων και εργαζομένων. Και στο σημείο αυτό ακριβώς η «ομογενοποίηση» παύει να είναι τεχνικό εργαλείο και γίνεται δικαιοπολιτικό πρόβλημα.

Το ορθό ερώτημα δεν είναι αν η διοίκηση δικαιούται να ελέγχει. Βεβαίως και δικαιούται. Το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο και μέχρι ποιο σημείο. Ο έλεγχος πρέπει να είναι νόμιμος, αναγκαίος, πρόσφορος, αναλογικός και εξατομικευμένος. Πρέπει να στρέφεται πρωτίστως στα οργανωτικά και διαχειριστικά ελλείμματα των φορέων και όχι να αναδιατάσσει την καθημερινή ζωή των ενοίκων σαν να ήταν οι ίδιοι το πρόβλημα.

Η ψυχοκοινωνική αποκατάσταση δεν είναι λογιστική διαδικασία. Δεν μπορεί να εξαντλείται σε βιβλία, πρακτικά, εγκρίσεις, υπογραφές, επιτροπές και διαβιβάσεις. Σε ήδη υποστελεχωμένες δομές, η υπερφόρτωση των επαγγελματιών με διοικητικά και λογιστικά καθήκοντα αποσπά χρόνο και ενέργεια από τον πραγματικό σκοπό της δομής: τη θεραπευτική σχέση, την κοινωνική υποστήριξη, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την ένταξη στην κοινότητα.

Ο πραγματικός κίνδυνος, όμως, είναι βαθύτερος. Διότι, ο ιδρυματισμός δεν επανεμφανίζεται πάντοτε με τη μορφή των μεγάλων ψυχιατρείων, τις κλειδωμένες πόρτες και τη μορφή εμφανούς εγκλεισμού. Ο ιδρυματισμός, ενίοτε, επιστρέφει μέσα από προεγκρίσεις, τυποποιημένη δυσπιστία, οικονομική μικροδιαχείριση, καταγραφή της καθημερινότητας και διοικητικά πρωτόκολλα. Μπορεί, δηλαδή, να επιστρέψει ως «ομογενοποίηση».

Η απάντηση, ασφαλώς, δεν μπορεί να είναι η αδράνεια. Αυτό που απαιτείται είναι ένα διαφορετικό μείγμα μέτρων: αυστηρότερο απέναντι στους φορείς, όχι βαρύτερο απέναντι στους ενοίκους. Χρειάζονται στοχευμένοι έλεγχοι βάσει κινδύνου, εξατομικευμένα πρωτόκολλα υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων, διαχωρισμός θεραπευτικού και λογιστικού ρόλου, προστασία των δεδομένων υγείας, δυνατότητα παραπόνων και περιοδική ανεξάρτητη αξιολόγηση των μέτρων.

Με απλά λόγια: η απάντηση στην όποια κακομεταχείριση και στις οικονομικές ατασθαλίες δεν μπορεί να είναι ο περιορισμός της αυτονομίας εκείνων που υποτίθεται ότι προστατεύονται

Διότι, όταν η «προστασία» μετατρέπεται σε μηχανισμό επιτήρησης, τότε η ψυχιατρική μεταρρύθμιση αντί να συναντηθεί με την κοινότητα, επιστρέφει, έστω με διαφορετικό πρόσωπο, στον νεοϊδρυματισμό.


______

* Εδώ η απόφαση της 2ης Υ.Πε.

**Πίνακας Colconda, 1953, του Rene Magritte (1898-1967).

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Από την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση στη διοικητική επιτήρηση;

Στον απόηχο του πορίσματος της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ)

Η “προστασία” δεν μπορεί να γίνει μηχανισμός ελέγχου των ψυχικά ασθενών
 _________


«Το Υπουργείο Υγείας, κατόπιν της αξιολόγησης του τελικού πορίσματος, θα προβεί σε κάθε αναγκαία και προβλεπόμενη από τη νομοθεσία ενέργεια».

Με αυτή τη φράση έκλεισε το Υπουργείο Υγείας, στις 6 Μαΐου 2026, την ανακοίνωσή του για την υπόθεση που αποκαλύφθηκε σε Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης στη Δυτική Ελλάδα, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι το τελικό πόρισμα της ΕΑΔ παραδόθηκε την ίδια ημέρα και ότι θα διαβιβαστεί και στις εισαγγελικές αρχές.

Η υπόθεση ασφαλώς και είναι ιδιαιτέρως σοβαρή. Τα δημοσιευμένα στοιχεία αναφέρονται σε κακομεταχείριση, σε μη καταγεγραμμένους περιορισμούς, σε σοβαρές παρατυπίες στη διαχείριση των οικονομικών των ενοίκων και, γενικότερα, σε σημαντικές παραβιάσεις στη λειτουργία της δομής. Πρόκειται, επομένως, για μια υπόθεση που απαιτεί πλήρη διερεύνηση, λογοδοσία και ουσιαστική εποπτεία των αρμοδίων αρχών.

Το κρίσιμο, όμως, ζήτημα αρχίζει ακριβώς από εκεί και πέρα. Διότι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, η παρούσα κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι αντιμετωπίζει τις παθογένειες της ψυχικής υγείας, και όχι μόνο, με υποστελέχωση του προσωπικού, με υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών, με παντελή απουσία εκπαίδευσης του προσωπικού και με προσχηματική στήριξη της κοινοτικής ψυχιατρικής.

Γι’ αυτό, πίσω από την τυπική διοικητική έκφραση του Υπουργείου Υγείας των «αναγκαίων ενεργειών» διαγράφεται ο κίνδυνος ένα ακραίο, αλλά υπαρκτό, περιστατικό να αξιοποιηθεί ως αφορμή για τη νομιμοποίηση ενός νέου κύκλου κανονιστικών παρεμβάσεων, εγκυκλίων, οδηγιών συμμόρφωσης και μηχανισμών διαρκούς διοικητικής επιτήρησης.

Μια τέτοια αντιμετώπιση, όμως, συνιστά ασφυκτική παρεμβατικότητα στις στεγαστικές δομές. Διότι, η απάντηση στα φαινόμενα κακομεταχείρισης, αυθαιρεσίας και οικονομικών ατασθαλιών δεν μπορεί να είναι η περιστολή, οριζόντια μάλιστα, της αυτονομίας των ψυχικά ασθενών, ούτε η μετατροπή της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης σε καθεστώς διαρκούς οικονομικής εποπτείας και λογιστικών εγγραφών. Η απάντηση σ’ αυτά τα φαινόμενα είναι η ουσιαστική εποπτεία των δομών, ο ουσιαστικός έλεγχος και η λογοδοσία των φορέων, σε συνδυασμό με την συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού και την ενίσχυση των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Διαφορετικά, η σοβαρή αυτή υπόθεση που είδε το φως της δημοσιότητας θα μετατραπεί σε εργαλείο νομιμοποίησης μιας νέας γενικευμένης λογικής «προστασίας», «διαφάνειας» και «εξορθολογισμού».

Μόνο που η λογική αυτή δεν θα στραφεί τελικά κατά των πραγματικών μηχανισμών κακοποίησης και αυθαιρεσίας, αλλά θα στραφεί σε βάρος της αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και, εν τέλει, της ίδιας της καθημερινής ζωής των ψυχικά πασχόντων ενοίκων.

Διότι, η ιστορία της ψυχιατρικής έχει επανειλημμένα δείξει ότι, τα πιο «τακτοποιημένα» διοικητικά συστήματα υπήρξαν συχνά και τα πιο αυταρχικά.


____

The Prison Courtyard (ή Η Αυλή της Φυλακής) είναι πίνακας ζωγραφικής του Vincent van Gogh, φιλοτεχνημένος το 1890 κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο άσυλο του Σαιν-Ρεμί στη Γαλλία. Το έργο αποτελεί μελέτη πάνω στην απομόνωση και την ψυχική δέσμευση, αποτυπώνοντας κρατουμένους να κάνουν κύκλο σε μια αυλή φυλακής.