Το νέο Εθνικό
Παρατηρητήριο Ψυχιατροδικαστικής και η επιστροφή της «επικινδυνότητας»
«Η Λέρος ήταν πραγματικά όχι ένας τόπος αλλά ένας
τρόπος», έλεγε ο Θοδωρής Μεγαλοοικονόμου, και η φράση του αυτή ίσως συμπυκνώνει
καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το πραγματικό νόημα της αποϊδρυματοποίησης. Γιατί
το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οι τοίχοι του ψυχιατρείου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο
η κυρίαρχη ψυχιατρική έβλεπε, και σε σημαντικό βαθμό συνεχίζει να βλέπει, τον
ψυχικά πάσχοντα. Όχι πρωτίστως ως άνθρωπο που πάσχει, αλλά ως αντικείμενο
φύλαξης και ελέγχου, μέσα από το πρίσμα του κοινωνικού στίγματος και της
περιθωριοποίησης και, πάνω απ’ όλα, ως εν δυνάμει επικίνδυνο. Γι’ αυτό και τα
ψυχιατρεία μπορεί να κλείσουν, αλλά η ασυλική νοοτροπία επιβιώνει. Μεταφέρεται
στην κοινότητα, ακόμη και μέσα από τη δημιουργία μικρότερων μορφών
ιδρυματισμού.
Με αυτή τη σκέψη του Θοδωρή Μεγαλοοικονόμου
αξίζει να διαβάσουμε τις διατάξεις του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου για τη
σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής.
Παρατηρώντας
το σύστημα ή τον άνθρωπο;
Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς από ένα Εθνικό
Παρατηρητήριο Ψυχιατροδικαστικής να παρακολουθεί πρωτίστως το ίδιο το
ψυχιατροδικαστικό σύστημα: τις συνθήκες νοσηλείας και κράτησης, την εφαρμογή
και τη διάρκεια των θεραπευτικών μέτρων, τη χρήση περιοριστικών μέτρων, την
ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας, τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και,
τελικά, τις πραγματικές δυνατότητες επανένταξης του ανθρώπου στην κοινότητα.
Όμως, έχουμε μάθει πλέον, και είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί,
διότι στο όνομα της προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών ακολουθούν
συχνά ρυθμίσεις που τελικά οδηγούν στον περιορισμό τους. Έτσι και το παρόν
σχέδιο νόμου ξεκινά διακηρύσσοντας ως έναν από τους σκοπούς του την «προάσπιση
των δικαιωμάτων των ληπτών των υπηρεσιών ψυχικής υγείας». Όπως, όμως, προκύπτει
από τις διατάξεις που ακολουθούν, το Παρατηρητήριο δεν περιορίζεται στην παρακολούθηση
του ψυχιατροδικαστικού συστήματος. Παρακολουθεί κάτι άλλο. Παρακολουθεί τον
άνθρωπο. Τον ψυχικά πάσχοντα.
Μια φορά ψυχικά ασθενής, πάντα ψυχικά ασθενής;
Το άρθρο 33 παρ. 2β΄ του σχεδίου αναθέτει στο
Παρατηρητήριο την «παρακολούθηση και αξιολόγηση της πορείας των
ψυχιατροδικαστικών ασθενών στην κοινότητα» μετά την έκτιση της ποινής και
την άρση των μέτρων θεραπείας, με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη «μείωση του
κινδύνου υποτροπής». Η λέξη «μετά» είναι ίσως η σημαντικότερη ολόκληρης της
διάταξης. Κι αυτό διότι το θεραπευτικό μέτρο έχει αρθεί, η ποινή, όπου υπήρχε,
έχει εκτιθεί, ωστόσο η παρακολούθηση συνεχίζεται.
Προφανώς, η «παρακολούθηση» δεν συνιστά τυπικά
παρεπόμενη ποινή. Όμως, ομοιάζει επικίνδυνα με ένα οιονεί παρεπόμενο μέτρο
επιτήρησης, το οποίο αρχίζει ακριβώς στο σημείο εκείνο που, τόσο η έκτιση της ποινής
όσο και η εφαρμογή του θεραπευτικού μέτρου, έχουν πλέον ολοκληρωθεί.. Περαιτέρω,
το ζήτημα της «παρακολούθησης» από το Παρατηρητήριο γίνεται ιδιαίτερα προβληματικό,
αφού σε κανένα σημείο του σχεδίου νόμου δεν προσδιορίζονται η χρονική διάρκειά
της, τα κριτήρια με τα οποία θα διενεργείται, τα δεδομένα που θα συλλέγονται
και θα αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας ούτε, κυρίως, ποιες έννομες ή
πραγματικές συνέπειες μπορεί να έχει μια «αξιολόγηση της πορείας» του ανθρώπου
που δεν θα θεωρηθεί ικανοποιητική. Ικανοποιητική, άραγε, από ποιον και με βάση
ποιο πρότυπο συμπεριφοράς;
Το σχέδιο νόμου όχι μόνο δεν απαντά στα ουσιώδη
αυτά ερωτήματα, αλλά, στην αμέσως επόμενη περίπτωση, στην παρ. 2γ΄, αναθέτει
στο ίδιο Παρατηρητήριο «τη διασφάλιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων
των ψυχιατροδικαστικών ασθενών». Πρώτα, δηλαδή, παρακολουθεί και αξιολογεί τον
άνθρωπο ακόμη και μετά την άρση του θεραπευτικού μέτρου και, στη συνέχεια,
αναλαμβάνει να προστατεύσει τα θεμελιώδη δικαιώματά του.
Περαιτέρω, γεννάται το εύλογο ερώτημα: ποιοι
ακριβώς είναι οι «ψυχιατροδικαστικοί ασθενείς»; Πότε αποκτά κάποιος αυτή την
ιδιότητα και, κυρίως, πότε την χάνει; Αν το θεραπευτικό μέτρο έχει αρθεί και η
ποινή, όπου υπήρχε, έχει εκτιθεί, με ποια ιδιότητα εξακολουθεί να αποτελεί
αντικείμενο ψυχιατροδικαστικής παρακολούθησης; Μήπως, τελικά, η ιδιότητα αυτή
δεν τελειώνει ποτέ; Μια φορά ψυχικά ασθενής, πάντα ψυχικά ασθενής;
Η επιστημονικοποίηση της «επικινδυνότητας»
Στο σημείο αυτό η κυρίαρχη ψυχιατρική φαίνεται να
επαναφέρει την παλιά και βαθιά ριζωμένη κατασκευή του «επικίνδυνου» ψυχικά
ασθενούς.
Ο Michel Foucault είχε περιγράψει αυτή τη
μετατόπιση με ιδιαίτερη ακρίβεια. Από τη στιγμή που η ψυχιατρική συναντά την
ποινική δικαιοσύνη, δεν εξετάζεται πλέον μόνο η πράξη που τελέστηκε, αλλά ο
ίδιος ο άνθρωπος που την τέλεσε, ως πιθανός φορέας ενός μελλοντικού κινδύνου.
Δεν αρκεί, δηλαδή, τι έκανε, αλλά επιχειρείται να εκτιμηθεί και τι μπορεί να
κάνει, με αποτέλεσμα να μην κρίνεται μόνο για το παρελθόν του, αλλά και για ένα
μέλλον που δεν έχει ακόμη υπάρξει.
Αλλά και ο Franco Basaglia αμφισβήτησε τη λογική
της «επικινδυνότητας». Η μεγάλη τομή της αποϊδρυματοποίησης δεν ήταν απλώς το
κλείσιμο των ψυχιατρείων, αλλά η αμφισβήτηση μιας ψυχιατρικής λογικής που
αντιμετώπιζε, και σε σημαντικό βαθμό εξακολουθεί να αντιμετωπίζει, τον άνθρωπο
πρωτίστως ως αντικείμενο φύλαξης και φορέα επικινδυνότητας και μόνο
δευτερευόντως ως πρόσωπο με δικαιώματα, επιθυμίες, σχέσεις και θέση μέσα στην
κοινωνία.
Με το άρθρο 34 το σχέδιο νόμου αναθέτει, μεταξύ
άλλων, στο Παρατηρητήριο την κατάρτιση «ενιαίων μεθοδολογικών κριτηρίων» για
την έκδοση ψυχιατρικών πραγματογνωμοσυνών. Η ύπαρξη κοινών επιστημονικών
κριτηρίων μπορεί ασφαλώς να περιορίσει την αυθαιρεσία. Ωστόσο, δεν αποκλείεται
να συμβεί και το αντίθετο: μια εγγενώς αβέβαιη πρόβλεψη της μελλοντικής
ανθρώπινης συμπεριφοράς να ενδυθεί τον μανδύα της επιστημονικής βεβαιότητας. Και
τότε η «επικινδυνότητα» δεν θα έχει εξαφανιστεί. Απλώς θα έχει αποκτήσει μια
επίφαση επιστημονικής εγκυρότητας, με κριτήρια, πρωτόκολλα και μεθοδολογία.
Τι δουλειά έχει η ακούσια νοσηλεία στην ψυχιατροδικαστική;
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η υπαγωγή στις
αρμοδιότητες του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής της συλλογής και
επεξεργασίας στοιχείων σχετικά με τις ακούσιες νοσηλείες. Η ακούσια νοσηλεία,
όμως, δεν προϋποθέτει οποιαδήποτε εμπλοκή του νοσηλευόμενου με την ποινική
δικαιοσύνη ούτε τον καθιστά, εξ αυτού του λόγου, «ψυχιατροδικαστικό ασθενή». Ο
άνθρωπος που νοσηλεύεται ακούσια δεν είναι εξ αυτού του λόγου δράστης
εγκλήματος. Ούτε η ψυχική διαταραχή αποτελεί τεκμήριο παραβατικότητας. Γιατί,
λοιπόν, οι ακούσιες νοσηλείες εντάσσονται στο πεδίο ενός Παρατηρητηρίου
Ψυχιατροδικαστικής;
Μήπως επειδή η επιλογή αυτή επαναφέρει, έστω
έμμεσα, εκείνη ακριβώς τη σύνδεση που δεκαετίες ψυχιατρικής μεταρρύθμισης δεν
κατάφεραν να εξαλείψουν: ψυχική διαταραχή, επικινδυνότητα, παραβατικότητα;
Το «αποκλίνον» παιδί και οι ειδικές Μονάδες Ψυχικής Υγείας
Το άρθρο 34 παρ. 1δ΄ προβλέπει ότι το
Παρατηρητήριο θα γνωμοδοτεί για τις προϋποθέσεις ανάπτυξης, τον τρόπο
οργάνωσης, τη σύνθεση του προσωπικού και τις λοιπές τεχνικές προδιαγραφές
λειτουργίας των ειδικών Μονάδων Ψυχικής Υγείας της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν.
2716/1999, ενώ το άρθρο 35 προσθέτει ότι η σχετική υπουργική απόφαση θα
εκδίδεται ύστερα από γνώμη του.
Πρόκειται για τις ειδικές Μονάδες Ψυχικής Υγείας
που έχουν ήδη προβλεφθεί για την «αντιμετώπιση της αποκλίνουσας συμπεριφοράς
και παραβατικότητας παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων με ψυχοκοινωνικά
προβλήματα και ψυχικές διαταραχές», καθώς και ενηλίκων με αξιόποινη συμπεριφορά
που εμπλέκονται με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Η διατύπωση και μόνο θα
έπρεπε να μας προβληματίζει. «Αποκλίνουσα συμπεριφορά» παιδιών. Από ποιον
κανόνα αποκλίνει ένα παιδί; Πότε η δυσκολία, η διαφορετικότητα, η διαταρακτική
συμπεριφορά ή ακόμη και η παραβατικότητα ενός παιδιού παύουν να
αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως κοινωνικά, οικογενειακά, εκπαιδευτικά ή
παιδοψυχιατρικά ζητήματα και μετατρέπονται σε αντικείμενο ψυχιατροδικαστικής
διαχείρισης;
Αλλά οι αντιφάσεις του σχεδίου νόμου δεν
σταματούν εδώ. Το νέο Παρατηρητήριο αποκτά ουσιαστικό θεσμικό ρόλο στην
οργάνωση και στις προδιαγραφές λειτουργίας Μονάδων που αφορούν ακόμη και
παιδιά. Ωστόσο, στην επταμελή σύνθεσή του δεν προβλέπεται υποχρεωτικά ούτε
παιδοψυχίατρος, ούτε παιδοψυχολόγος, ούτε ειδικός παιδαγωγός, ούτε επιστήμονας
ειδικευμένος στην προστασία του παιδιού. Το σχέδιο
αρκείται γενικά σε πρόσωπα με επιστημονική κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία
στους τομείς της ψυχιατροδικαστικής, της ψυχικής υγείας και του δικαίου. Δημιουργείται,
έτσι, ένα ψυχιατροδικαστικό θεσμικό πλαίσιο που θα έχει λόγο ακόμη και για τη
διαχείριση παιδιών χωρίς να διασφαλίζεται καν ότι στη σύνθεσή του θα υπάρχει
κάποιος με ειδική γνώση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας.
Και όταν η ψυχιατροδικαστική λογική επεκτείνεται
ακόμη και στα παιδιά, τότε το ερωτηματικό γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό. Μήπως
ανοίγουμε έναν καινούργιο δρόμο προς το άσυλο, αυτή τη φορά και για το
«αποκλίνον» παιδί;
Γιατί, τελικά, μπορεί να έχουμε κλείσει τα
ψυχιατρεία, αλλά δεν καταργήσαμε τον τρόπο.
_________
Πίνακας: «Prisoners' Round (after Gustave Doré), or Penitentiary (after Doré), είναι πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ βαν Γκογκ (1853-1890), φιλοτεχνημένος το 1890 στο άσυλο Saint-Paul στο Saint-Rémy.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου