Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Ελεύθερος, αλλά υπό παρακολούθηση;

Το νέο Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχιατροδικαστικής και η επιστροφή της «επικινδυνότητας»

«Η Λέρος ήταν πραγματικά όχι ένας τόπος αλλά ένας τρόπος», έλεγε ο Θοδωρής Μεγαλοοικονόμου, και η φράση του αυτή ίσως συμπυκνώνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το πραγματικό νόημα της αποϊδρυματοποίησης. Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οι τοίχοι του ψυχιατρείου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η κυρίαρχη ψυχιατρική έβλεπε, και σε σημαντικό βαθμό συνεχίζει να βλέπει, τον ψυχικά πάσχοντα. Όχι πρωτίστως ως άνθρωπο που πάσχει, αλλά ως αντικείμενο φύλαξης και ελέγχου, μέσα από το πρίσμα του κοινωνικού στίγματος και της περιθωριοποίησης και, πάνω απ’ όλα, ως εν δυνάμει επικίνδυνο. Γι’ αυτό και τα ψυχιατρεία μπορεί να κλείσουν, αλλά η ασυλική νοοτροπία επιβιώνει. Μεταφέρεται στην κοινότητα, ακόμη και μέσα από τη δημιουργία μικρότερων μορφών ιδρυματισμού.

Με αυτή τη σκέψη του Θοδωρή Μεγαλοοικονόμου αξίζει να διαβάσουμε τις διατάξεις του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου για τη σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής.

Παρατηρώντας το σύστημα ή τον άνθρωπο;

Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς από ένα Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχιατροδικαστικής να παρακολουθεί πρωτίστως το ίδιο το ψυχιατροδικαστικό σύστημα: τις συνθήκες νοσηλείας και κράτησης, την εφαρμογή και τη διάρκεια των θεραπευτικών μέτρων, τη χρήση περιοριστικών μέτρων, την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας, τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, τελικά, τις πραγματικές δυνατότητες επανένταξης του ανθρώπου στην κοινότητα.

Όμως, έχουμε μάθει πλέον, και είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί, διότι στο όνομα της προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών ακολουθούν συχνά ρυθμίσεις που τελικά οδηγούν στον περιορισμό τους. Έτσι και το παρόν σχέδιο νόμου ξεκινά διακηρύσσοντας ως έναν από τους σκοπούς του την «προάσπιση των δικαιωμάτων των ληπτών των υπηρεσιών ψυχικής υγείας». Όπως, όμως, προκύπτει από τις διατάξεις που ακολουθούν, το Παρατηρητήριο δεν περιορίζεται στην παρακολούθηση του ψυχιατροδικαστικού συστήματος. Παρακολουθεί κάτι άλλο. Παρακολουθεί τον άνθρωπο. Τον ψυχικά πάσχοντα.

Μια φορά ψυχικά ασθενής, πάντα ψυχικά ασθενής;

Το άρθρο 33 παρ. 2β΄ του σχεδίου αναθέτει στο Παρατηρητήριο την «παρακολούθηση και αξιολόγηση της πορείας των ψυχιατροδικαστικών ασθενών στην κοινότητα» μετά την έκτιση της ποινής και την άρση των μέτρων θεραπείας, με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη «μείωση του κινδύνου υποτροπής». Η λέξη «μετά» είναι ίσως η σημαντικότερη ολόκληρης της διάταξης. Κι αυτό διότι το θεραπευτικό μέτρο έχει αρθεί, η ποινή, όπου υπήρχε, έχει εκτιθεί, ωστόσο η παρακολούθηση συνεχίζεται.

Προφανώς, η «παρακολούθηση» δεν συνιστά τυπικά παρεπόμενη ποινή. Όμως, ομοιάζει επικίνδυνα με ένα οιονεί παρεπόμενο μέτρο επιτήρησης, το οποίο αρχίζει ακριβώς στο σημείο εκείνο που, τόσο η έκτιση της ποινής όσο και η εφαρμογή του θεραπευτικού μέτρου, έχουν πλέον ολοκληρωθεί.. Περαιτέρω, το ζήτημα της «παρακολούθησης» από το Παρατηρητήριο γίνεται ιδιαίτερα προβληματικό, αφού σε κανένα σημείο του σχεδίου νόμου δεν προσδιορίζονται η χρονική διάρκειά της, τα κριτήρια με τα οποία θα διενεργείται, τα δεδομένα που θα συλλέγονται και θα αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας ούτε, κυρίως, ποιες έννομες ή πραγματικές συνέπειες μπορεί να έχει μια «αξιολόγηση της πορείας» του ανθρώπου που δεν θα θεωρηθεί ικανοποιητική. Ικανοποιητική, άραγε, από ποιον και με βάση ποιο πρότυπο συμπεριφοράς;

Το σχέδιο νόμου όχι μόνο δεν απαντά στα ουσιώδη αυτά ερωτήματα, αλλά, στην αμέσως επόμενη περίπτωση, στην παρ. 2γ΄, αναθέτει στο ίδιο Παρατηρητήριο «τη διασφάλιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ψυχιατροδικαστικών ασθενών». Πρώτα, δηλαδή, παρακολουθεί και αξιολογεί τον άνθρωπο ακόμη και μετά την άρση του θεραπευτικού μέτρου και, στη συνέχεια, αναλαμβάνει να προστατεύσει τα θεμελιώδη δικαιώματά του.

Περαιτέρω, γεννάται το εύλογο ερώτημα: ποιοι ακριβώς είναι οι «ψυχιατροδικαστικοί ασθενείς»; Πότε αποκτά κάποιος αυτή την ιδιότητα και, κυρίως, πότε την χάνει; Αν το θεραπευτικό μέτρο έχει αρθεί και η ποινή, όπου υπήρχε, έχει εκτιθεί, με ποια ιδιότητα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ψυχιατροδικαστικής παρακολούθησης; Μήπως, τελικά, η ιδιότητα αυτή δεν τελειώνει ποτέ; Μια φορά ψυχικά ασθενής, πάντα ψυχικά ασθενής;

Η επιστημονικοποίηση της «επικινδυνότητας»

Στο σημείο αυτό η κυρίαρχη ψυχιατρική φαίνεται να επαναφέρει την παλιά και βαθιά ριζωμένη κατασκευή του «επικίνδυνου» ψυχικά ασθενούς.

Ο Michel Foucault είχε περιγράψει αυτή τη μετατόπιση με ιδιαίτερη ακρίβεια. Από τη στιγμή που η ψυχιατρική συναντά την ποινική δικαιοσύνη, δεν εξετάζεται πλέον μόνο η πράξη που τελέστηκε, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος που την τέλεσε, ως πιθανός φορέας ενός μελλοντικού κινδύνου. Δεν αρκεί, δηλαδή, τι έκανε, αλλά επιχειρείται να εκτιμηθεί και τι μπορεί να κάνει, με αποτέλεσμα να μην κρίνεται μόνο για το παρελθόν του, αλλά και για ένα μέλλον που δεν έχει ακόμη υπάρξει.

Αλλά και ο Franco Basaglia αμφισβήτησε τη λογική της «επικινδυνότητας». Η μεγάλη τομή της αποϊδρυματοποίησης δεν ήταν απλώς το κλείσιμο των ψυχιατρείων, αλλά η αμφισβήτηση μιας ψυχιατρικής λογικής που αντιμετώπιζε, και σε σημαντικό βαθμό εξακολουθεί να αντιμετωπίζει, τον άνθρωπο πρωτίστως ως αντικείμενο φύλαξης και φορέα επικινδυνότητας και μόνο δευτερευόντως ως πρόσωπο με δικαιώματα, επιθυμίες, σχέσεις και θέση μέσα στην κοινωνία.

Με το άρθρο 34 το σχέδιο νόμου αναθέτει, μεταξύ άλλων, στο Παρατηρητήριο την κατάρτιση «ενιαίων μεθοδολογικών κριτηρίων» για την έκδοση ψυχιατρικών πραγματογνωμοσυνών. Η ύπαρξη κοινών επιστημονικών κριτηρίων μπορεί ασφαλώς να περιορίσει την αυθαιρεσία. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να συμβεί και το αντίθετο: μια εγγενώς αβέβαιη πρόβλεψη της μελλοντικής ανθρώπινης συμπεριφοράς να ενδυθεί τον μανδύα της επιστημονικής βεβαιότητας. Και τότε η «επικινδυνότητα» δεν θα έχει εξαφανιστεί. Απλώς θα έχει αποκτήσει μια επίφαση επιστημονικής εγκυρότητας, με κριτήρια, πρωτόκολλα και μεθοδολογία.

Τι δουλειά έχει η ακούσια νοσηλεία στην ψυχιατροδικαστική;

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η υπαγωγή στις αρμοδιότητες του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής της συλλογής και επεξεργασίας στοιχείων σχετικά με τις ακούσιες νοσηλείες. Η ακούσια νοσηλεία, όμως, δεν προϋποθέτει οποιαδήποτε εμπλοκή του νοσηλευόμενου με την ποινική δικαιοσύνη ούτε τον καθιστά, εξ αυτού του λόγου, «ψυχιατροδικαστικό ασθενή». Ο άνθρωπος που νοσηλεύεται ακούσια δεν είναι εξ αυτού του λόγου δράστης εγκλήματος. Ούτε η ψυχική διαταραχή αποτελεί τεκμήριο παραβατικότητας. Γιατί, λοιπόν, οι ακούσιες νοσηλείες εντάσσονται στο πεδίο ενός Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής;

Μήπως επειδή η επιλογή αυτή επαναφέρει, έστω έμμεσα, εκείνη ακριβώς τη σύνδεση που δεκαετίες ψυχιατρικής μεταρρύθμισης δεν κατάφεραν να εξαλείψουν: ψυχική διαταραχή, επικινδυνότητα, παραβατικότητα;

Το «αποκλίνον» παιδί και οι ειδικές Μονάδες Ψυχικής Υγείας

Το άρθρο 34 παρ. 1δ΄ προβλέπει ότι το Παρατηρητήριο θα γνωμοδοτεί για τις προϋποθέσεις ανάπτυξης, τον τρόπο οργάνωσης, τη σύνθεση του προσωπικού και τις λοιπές τεχνικές προδιαγραφές λειτουργίας των ειδικών Μονάδων Ψυχικής Υγείας της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2716/1999, ενώ το άρθρο 35 προσθέτει ότι η σχετική υπουργική απόφαση θα εκδίδεται ύστερα από γνώμη του.

Πρόκειται για τις ειδικές Μονάδες Ψυχικής Υγείας που έχουν ήδη προβλεφθεί για την «αντιμετώπιση της αποκλίνουσας συμπεριφοράς και παραβατικότητας παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων με ψυχοκοινωνικά προβλήματα και ψυχικές διαταραχές», καθώς και ενηλίκων με αξιόποινη συμπεριφορά που εμπλέκονται με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Η διατύπωση και μόνο θα έπρεπε να μας προβληματίζει. «Αποκλίνουσα συμπεριφορά» παιδιών. Από ποιον κανόνα αποκλίνει ένα παιδί; Πότε η δυσκολία, η διαφορετικότητα, η διαταρακτική συμπεριφορά ή ακόμη και η παραβατικότητα ενός παιδιού παύουν να αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως κοινωνικά, οικογενειακά, εκπαιδευτικά ή παιδοψυχιατρικά ζητήματα και μετατρέπονται σε αντικείμενο ψυχιατροδικαστικής διαχείρισης;

Αλλά οι αντιφάσεις του σχεδίου νόμου δεν σταματούν εδώ. Το νέο Παρατηρητήριο αποκτά ουσιαστικό θεσμικό ρόλο στην οργάνωση και στις προδιαγραφές λειτουργίας Μονάδων που αφορούν ακόμη και παιδιά. Ωστόσο, στην επταμελή σύνθεσή του δεν προβλέπεται υποχρεωτικά ούτε παιδοψυχίατρος, ούτε παιδοψυχολόγος, ούτε ειδικός παιδαγωγός, ούτε επιστήμονας ειδικευμένος στην προστασία του παιδιού. Το σχέδιο αρκείται γενικά σε πρόσωπα με επιστημονική κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία στους τομείς της ψυχιατροδικαστικής, της ψυχικής υγείας και του δικαίου. Δημιουργείται, έτσι, ένα ψυχιατροδικαστικό θεσμικό πλαίσιο που θα έχει λόγο ακόμη και για τη διαχείριση παιδιών χωρίς να διασφαλίζεται καν ότι στη σύνθεσή του θα υπάρχει κάποιος με ειδική γνώση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας.

Και όταν η ψυχιατροδικαστική λογική επεκτείνεται ακόμη και στα παιδιά, τότε το ερωτηματικό γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό. Μήπως ανοίγουμε έναν καινούργιο δρόμο προς το άσυλο, αυτή τη φορά και για το «αποκλίνον» παιδί;

Γιατί, τελικά, μπορεί να έχουμε κλείσει τα ψυχιατρεία, αλλά δεν καταργήσαμε τον τρόπο.


_________

Πίνακας: «Prisoners' Round (after Gustave Doré), or Penitentiary (after Doré), είναι πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ βαν Γκογκ (1853-1890), φιλοτεχνημένος το 1890 στο άσυλο Saint-Paul στο Saint-Rémy.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Ποιον προστατεύει η υποχρεωτική ασφάλιση στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας;

Με το άρθρο 20 του ν. 5129/2024 προστέθηκε στον ν. 2716/1999 το άρθρο 11Β, με το οποίο συστήνεται στο Υπουργείο Υγείας Μητρώο Μονάδων Ψυχικής Υγείας (Μ.Μ.Ψ.Υ.). Στο Μητρώο εγγράφονται υποχρεωτικά τα Ν.Π.Ι.Δ., κερδοσκοπικού και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που ιδρύουν και λειτουργούν Μονάδες Ψυχικής Υγείας. Μεταξύ των ελάχιστων προϋποθέσεων εγγραφής περιλαμβάνονται ο οικονομικός έλεγχος του φορέα, ο ορισμός Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων και η ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων του Ν.Π.Ι.Δ. και του επιστημονικού προσωπικού του για τις παρεχόμενες Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Η τελευταία αυτή πρόβλεψη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί καθιερώνει υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη όχι μόνο του φορέα αλλά και του επιστημονικού προσωπικού του.


Ι. Τι ακριβώς πρέπει να ασφαλιστεί;

Η γραμματική διατύπωση της διάταξης είναι σαφής ως προς τα πρόσωπα. Δηλαδή, πρέπει να καλύπτεται τόσο η αστική ευθύνη του Ν.Π.Ι.Δ. όσο και εκείνη του επιστημονικού προσωπικού του. Δεν είναι, όμως, εξίσου σαφές ποιοι ακριβώς εργαζόμενοι υπάγονται στην έννοια του «επιστημονικού προσωπικού». Η διάταξη δεν τους προσδιορίζει και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει αυτομάτως κάθε εργαζόμενο μιας Μονάδας Ψυχικής Υγείας.

Ακόμη μεγαλύτερη ασάφεια υπάρχει ως προς το περιεχόμενο της ασφαλιστικής κάλυψης. Ειδικότερα, ο νόμος δεν καθορίζει το ελάχιστο ασφαλιστικό ποσό, το όριο αποζημίωσης ανά περιστατικό, το ύψος τυχόν απαλλαγής, τις καλυπτόμενες ζημίες, τις επιτρεπόμενες εξαιρέσεις ούτε τη χρονική έκταση της κάλυψης. Δεν προσδιορίζει, δηλαδή, τα βασικά στοιχεία με βάση τα οποία θα μπορούσε να κριθεί αν το ασφαλιστήριο παρέχει πραγματική προστασία στον λήπτη Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη η απλή ύπαρξη ενός ασφαλιστηρίου με τον γενικό τίτλο «ασφάλιση αστικής ευθύνης» δεν αρκεί από μόνη της, για να κριθεί εάν η παρεχόμενη κάλυψη είναι ουσιαστικά επαρκής. Θα πρέπει να εξετάζονται οι όροι του και το πραγματικό εύρος της κάλυψης τόσο του φορέα όσο και του επιστημονικού προσωπικού του.


I. Η ασφάλιση δεν είναι προαιρετική

Η ασφάλιση περιλαμβάνεται ρητά στους «ελάχιστους αναγκαίους όρους και προϋποθέσεις» εγγραφής του φορέα στο Μ.Μ.Ψ.Υ. Πρόκειται, επομένως, για υποχρέωση εκ του νόμου. Εφόσον το Ν.Π.Ι.Δ. δεν διαθέτει την απαιτούμενη κάλυψη, δεν πληροί το σύνολο των προϋποθέσεων εγγραφής στο Μητρώο.

Η πιο σαφής συνέπεια προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 11Β: νομικά πρόσωπα που δεν έχουν εγγραφεί στο Μητρώο δεν δύνανται να συμβάλλονται με τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ούτε να αποζημιώνονται από αυτούς για τις παρεχόμενες Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Η συνέπεια αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με το ζήτημα της άδειας λειτουργίας. Η έλλειψη της ασφαλιστικής κάλυψης δεν προβλέπεται αυτοτελώς ως λόγος αυτόματης ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή λειτουργίας της Μονάδας. Οι λόγοι ανάκλησης ρυθμίζονται από άλλη διάταξη, ενώ η καταγγελία των συμβάσεων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνδέεται με προηγούμενη ανάκληση της άδειας. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η έλλειψη ασφάλισης οδηγεί αυτομάτως σε ανάκληση άδειας και, στη συνέχεια, σε καταγγελία των συμβάσεων.

 

III.  Ένα ή περισσότερα ασφαλιστήρια;

Ο νόμος απαιτεί κάλυψη τόσο του Ν.Π.Ι.Δ. όσο και του επιστημονικού προσωπικού του, δεν επιβάλλει όμως την έκδοση χωριστών ασφαλιστηρίων. Η υποχρέωση μπορεί, κατά την άποψή μου, να εκπληρώνεται είτε με ένα ενιαίο ασφαλιστήριο είτε με περισσότερα, αρκεί να καλύπτονται πράγματι και τα δύο επίπεδα ευθύνης. Για τον ίδιο λόγο, η ατομική επαγγελματική ασφάλιση ενός ψυχιάτρου, ψυχολόγου ή άλλου μέλους του επιστημονικού προσωπικού δεν αρκεί από μόνη της, αφού ο νόμος απαιτεί συγχρόνως κάλυψη και της ευθύνης του ίδιου του Ν.Π.Ι.Δ.

Η ασφαλιστική κάλυψη, εξάλλου, δεν φαίνεται να μπορεί να αντιμετωπιστεί ως δικαιολογητικό που προσκομίζεται μόνο κατά την αρχική εγγραφή. Η αναφορά της παρ. 5 στους όρους παραμονής στο Μητρώο και στα χρονικά σημεία επανυποβολής των αναγκαίων εγγράφων συνηγορεί υπέρ του διαρκούς χαρακτήρα της υποχρέωσης.

 

IV. Υποχρεωτική ασφάλιση σήμερα, εξειδίκευση αργότερα

Το σημαντικότερο πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στο ακόλουθο σημείο. Ο  ίδιος ο νόμος καθιερώνει την υποχρέωση ασφάλισης, χωρίς να προσδιορίζει τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της απαιτούμενης κάλυψης. Η παρ. 5 του άρθρου 11Β παρέχει στον Υπουργό Υγείας εξουσιοδότηση να εξειδικεύσει, μεταξύ άλλων, τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία έγγραφα για την εγγραφή και την παραμονή στο Μητρώο. Είναι, επομένως, εύλογο να θεωρηθεί ότι, στο πλαίσιο της κανονιστικής αυτής εξειδίκευσης, μπορούν να προσδιοριστούν ο τρόπος απόδειξης της ασφαλιστικής κάλυψης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα χρονικά σημεία επανυποβολής τους και, συνακόλουθα, ο τρόπος ελέγχου της διατήρησης της κάλυψης σε ισχύ. Παραμένει, όμως, ζήτημα κατά πόσον η εξουσιοδότηση αυτή επαρκεί για τον καθορισμό ουσιωδών στοιχείων της ασφαλιστικής υποχρέωσης, όπως το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης, οι υποχρεωτικά καλυπτόμενοι κίνδυνοι ή οι επιτρεπόμενες εξαιρέσεις, τα οποία ο ίδιος ο νόμος δεν προσδιορίζει.

Το ζήτημα αποκτά πρόσθετη σημασία υπό το πρίσμα του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος, κατά το οποίο εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της Διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Παραμένει, επομένως, το ερώτημα κατά πόσον ζητήματα όπως το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης, οι υποχρεωτικώς καλυπτόμενοι κίνδυνοι ή οι επιτρεπόμενες εξαιρέσεις αποτελούν απλώς ειδικότερες ή τεχνικές λεπτομέρειες ή, αντιθέτως, ουσιώδη στοιχεία της ίδιας της ασφαλιστικής υποχρέωσης.

Η ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης είχε επισημανθεί ήδη κατά τη δημόσια διαβούλευση. Η Ομοσπονδία Φορέων Ψυχικής Υγείας ΑΡΓΩ είχε τονίσει ότι η ασφαλιστική κάλυψη απαιτεί σοβαρή διερεύνηση, λόγω του ιδιαίτερα υψηλού, ακόμη και απαγορευτικού κόστους της. Αλλά και η ίδια η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος, στην έκδοση «Υποχρεωτικές Ασφαλίσεις Αστικής & Επαγγελματικής Ευθύνης» του Ιανουαρίου 2026, επισήμανε ότι ο νόμος δεν παρέχει λεπτομέρειες ως προς το πλαίσιο και τα όρια κάλυψης, τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις πιθανές εξαιρέσεις, σημειώνοντας παράλληλα ότι η προβλεπόμενη υπουργική απόφαση δεν είχε ακόμη εκδοθεί.

Παραμένουν, επομένως, κρίσιμα ερωτήματα: Ποιο είναι το ελάχιστο ασφαλιστικό ποσό; Ποιες ζημίες πρέπει να καλύπτονται; Ποια απαλλαγή είναι αποδεκτή; Καλύπτεται η ηθική βλάβη; Ποιοι ακριβώς αποτελούν το «επιστημονικό προσωπικό»; Πώς αντιμετωπίζονται οι μεταβολές του προσωπικού; Και, κυρίως, με ποια κριτήρια θα κρίνεται ότι ένα ασφαλιστήριο ανταποκρίνεται πράγματι στην απαίτηση του νόμου; Τα ανωτέρω ζητήματα δεν εξαντλούνται σε τεχνικές λεπτομέρειες. Πρόκειται, σε σημαντικό βαθμό, για στοιχεία που κρίνουν αν η υποχρεωτική ασφάλιση αποτελεί πραγματικό μηχανισμό προστασίας ή απλώς υποχρέωση αγοράς ενός ασφαλιστικού προϊόντος.

 

V. Ποιον προστατεύει τελικά;

Η ασφάλιση αστικής ευθύνης μπορεί, αναμφίβολα, να λειτουργήσει προστατευτικά. Εάν από την παροχή Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας γεννηθεί αξίωση αποζημίωσης, η ύπαρξη κατάλληλης ασφαλιστικής κάλυψης μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά τη δυνατότητα ικανοποίησης του ζημιωθέντος. Για να υπηρετήσει, όμως, η υποχρεωτική ασφάλιση αυτόν τον σκοπό, πρέπει να έχει σαφές και ουσιαστικό περιεχόμενο. Το ερώτημα, επομένως, μετατοπίζεται στο ουσιαστικό περιεχόμενο της ασφαλιστικής κάλυψης:

Εκείνο που ο νομοθέτης κατέστησε απολύτως βέβαιο είναι ότι τα Ν.Π.Ι.Δ. οφείλουν να εξασφαλίσουν ασφαλιστική κάλυψη. Εκείνο που δεν κατέστησε εξίσου βέβαιο είναι ποια ακριβώς προστασία θα εξασφαλίζει η κάλυψη αυτή στον λήπτη Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας.

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν να υποστηριχθεί ότι σκοπός της ρύθμισης ήταν η ενίσχυση της ασφαλιστικής αγοράς. Το αντικειμενικό αποτέλεσμα, όμως, είναι δεδομένο. Δημιουργείται εκ του νόμου υποχρεωτική ζήτηση ασφαλιστικών προϊόντων για το σύνολο των Ν.Π.Ι.Δ. που υπάγονται στη ρύθμιση. Και ενώ αυτή η οικονομική υποχρέωση είναι σαφής και συγκεκριμένη, η έκταση της προστασίας του ωφελούμενου λήπτη υπηρεσιών ψυχικής υγείας παραμένει αόριστη.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το ουσιαστικό έλλειμμα της διάταξης. Γιατί η προστασία του λήπτη Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας δεν εξασφαλίζεται με την ύπαρξη ενός εγγράφου που φέρει τον τίτλο «ασφαλιστήριο αστικής ευθύνης». Εξασφαλίζεται μόνο εφόσον το ασφαλιστήριο καλύπτει πραγματικά και επαρκώς τον κίνδυνο που ο νόμος θέλησε να αντιμετωπίσει.

Διαφορετικά, εκείνο που μένει απολύτως εξασφαλισμένο είναι η υποχρέωση αγοράς του ασφαλιστικού προϊόντος. Όχι κατ' ανάγκην και η προστασία του ανθρώπου προς όφελος του οποίου η υποχρεωτική ασφάλιση οφείλει να λειτουργεί.

  

___________________________________

Πίνακας: The Treachery of Images, («Ceci n’est pas une pipe.») 1929 του Βέλγου σουρεαλιστή ζωγράφου René Magritte (1898-1967). Η ονομασία ενός πράγματος δεν ταυτίζεται με την ουσία του. Και ένα ασφαλιστήριο δεν παρέχει κατ' ανάγκη προστασία.

 

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Με ιμάντες και στα σπίτια;

Η επικίνδυνη πόρτα που ανοίγουν οι νέες οδηγίες για τις στεγαστικές δομές ψυχικής υγείας


Στο πλαίσιο της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, το θεσμικό πλαίσιο της ψυχικής υγείας διαμόρφωσε τις στεγαστικές Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, δηλαδή τα Οικοτροφεία, τους Ξενώνες και τα Προστατευμένα Διαμερίσματα, με σκοπό την αποασυλοποίηση και την κοινωνική επανένταξη των ψυχικά πασχόντων.

Οι μονάδες αυτές δημιουργήθηκαν ως χώροι διαβίωσης, θεραπείας και υποστήριξης μέσα στην κοινότητα, με στόχο την αυτονομία και την κοινωνική επανένταξη του ψυχικά πάσχοντος και όχι τη μεταφορά του ιδρυματικού μοντέλου έξω από το ψυχιατρείο. Ειδικότερα, ο Ξενώνας οφείλει να προσομοιάζει σε οικογενειακό περιβάλλον, ενώ το Προστατευμένο Διαμέρισμα αποβλέπει στη μεγαλύτερη δυνατή ανεξαρτησία και αυτονομία του ανθρώπου που κατοικεί σε αυτό. Οι μονάδες αυτές εγκαθίστανται υποχρεωτικά μέσα στην κοινότητα και όχι σε απομακρυσμένες περιοχές ή πίσω από τους τοίχους ενός ψυχιατρείου.

Σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα, το 2008 η τότε αρμόδια Επιτροπή εξέδωσε οδηγίες για την καθήλωση και την απομόνωση ασθενών κατά την ψυχιατρική νοσηλεία. Μάλιστα, με την υπ’ αριθ. 7 απόφαση της 218ης/6.11.2008 Ολομέλειάς του, το ΚΕ.Σ.Υ. υιοθέτησε τις σχετικές κατευθύνσεις ως εφαρμοστέες τόσο στις δομές του δημόσιου τομέα όσο και στις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές. Όχι, όμως, στα Οικοτροφεία, στους Ξενώνες ή στα Προστατευμένα Διαμερίσματα.

Με το ίδιο πνεύμα αντιμετώπισε η ίδια Επιτροπή, το έτος 2017, το αίτημα φορέα Οικοτροφείου για τη δημιουργία «δωματίου ηρεμίας». Επισήμανε ότι το ισχύον πλαίσιο των Οικοτροφείων δεν προβλέπει την ύπαρξη τέτοιου χώρου στα Οικοτροφεία και επικαλέστηκε το υποχρεωτικό κριτήριο του Εγχειριδίου Διασφάλισης Ποιότητας, σύμφωνα με το οποίο «για κανένα ένοικο δε χρησιμοποιείται η απομόνωση». Κατέληξε δε, ότι η δημιουργία τέτοιου δωματίου είναι αντίθετη προς τις αρχές της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών και, ως εκ τούτου, μη νόμιμη.

Σημειώνεται ότι, τα «υποχρεωτικά κριτήρια» του Εγχειριδίου ενσωματώθηκαν στο σύστημα ελέγχου των Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, όμως, η Επιτροπή Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, με το υπ’ αριθ. πρωτ. 207/14.9.2026 έγγραφό της, εξέδωσε τις «Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Πρόληψη και Διαχείριση των Πρακτικών Περιορισμού και Απομόνωσης κατά την Ψυχιατρική Νοσηλεία και τη Διαχείριση Κρίσεων, στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας», με το οποίο, τουλάχιστον με βάση τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, το πεδίο εφαρμογής φαίνεται να διευρύνεται ουσιωδώς.

Οι νέες Οδηγίες δεν απευθύνονται μόνο σε ψυχιατρικά νοσοκομεία και νοσηλευτικά τμήματα, αλλά δηλώνεται ότι, δύνανται να εφαρμόζονται «σε όλες τις υπηρεσίες και Μονάδες Ψυχικής Υγείας του Εθνικού Δικτύου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας», με ρητή αναφορά στις «Μονάδες Ψυχικής Υγείας του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα». Μετά δε τον ν. 5129/2024, στο Εθνικό Δίκτυο περιλαμβάνονται και Ν.Π.Ι.Δ. που λειτουργούν στεγαστικές Μονάδες Ψυχικής Υγείας, δηλαδή Οικοτροφεία, Ξενώνες και Προστατευμένα Διαμερίσματα.

Έτσι, διαβάζοντας κανείς τις νέες Οδηγίες και ελλείψει οποιασδήποτε ρητής εξαίρεσης, δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει ότι οι στεγαστικές δομές βρίσκονται αυτονόητα εκτός του πεδίου εφαρμογής τους. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, αφού ως «περιοριστική πρακτική» νοείται κάθε πρακτική που, παρά τη βούληση του ατόμου, περιορίζει την ελευθερία κίνησης, την αυτονομία ή τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων. Εύλογα, λοιπόν, γεννώνται πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα: Μπορεί πλέον ένας ένοικος Οικοτροφείου να καθηλωθεί; Μπορεί να απομονωθεί; Μπορεί να περιοριστεί παρά τη θέλησή του μέσα στον χώρο στον οποίο διαμένει; Μπορεί να δημιουργηθεί «δωμάτιο ηρεμίας», όταν η ίδια Επιτροπή το είχε χαρακτηρίσει μη νόμιμο;

Οι νέες Οδηγίες μιλούν, βεβαίως, για πρόληψη, αποκλιμάκωση, εναλλακτικές παρεμβάσεις και σταδιακή εξάλειψη των περιοριστικών πρακτικών. Ορίζουν, επίσης, ότι οποιαδήποτε περιοριστική παρέμβαση μπορεί να εφαρμόζεται μόνο σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο. Ωστόσο, στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα κρίσιμο θεσμικό ζήτημα. Αν οι Οδηγίες δεν προορίζονται να καταλάβουν τις περιοριστικές πρακτικές στα Οικοτροφεία, στους Ξενώνες και στα Προστατευμένα Διαμερίσματα, αυτό πρέπει να ειπωθεί ρητά. Αν, αντίθετα, προορίζονται να εφαρμοστούν και εκεί, τότε πρέπει να εξηγηθεί πώς συμβιβάζονται με το ισχύον ειδικό πλαίσιο των Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, με το υποχρεωτικό κριτήριο που απαγορεύει την απομόνωση και με την ίδια τη θέση της Επιτροπής που, το έτος 2017, χαρακτήριζε το «δωμάτιο ηρεμίας» μη νόμιμο. Δεν μπορεί η ίδια θεσμική Επιτροπή, το έτος 2017, να επισημαίνει σε ένα Οικοτροφείο ότι ακόμη και η δημιουργία χώρου απομόνωσης είναι αντίθετη προς την ψυχιατρική μεταρρύθμιση και μη νόμιμη και, το έτος 2026, να εκδίδει οριζόντιες οδηγίες για τη διαχείριση περιοριστικών πρακτικών που εμφανίζονται να καταλαμβάνουν, χωρίς ρητή εξαίρεση, όλες τις Μονάδες Ψυχικής Υγείας. Και, τελικά, παραμένει το βασικό ερώτημα: ποιο είναι το νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει σε ένα Οικοτροφείο, έναν Ξενώνα ή ένα Προστατευμένο Διαμέρισμα να στερήσει ή να περιορίσει την προσωπική ελευθερία ενός ανθρώπου; 

Η προσωπική ελευθερία δεν περιορίζεται με εγκυκλίους, πρωτόκολλα ή κατευθυντήριες οδηγίες. Ούτε μια κατευθυντήρια οδηγία μπορεί να δημιουργήσει εξουσία που ο νόμος δεν έχει δώσει.

Δεν θα έλεγα, επομένως, ότι με τις νέες Οδηγίες «νομιμοποιήθηκαν» τα περιοριστικά μέτρα στις στεγαστικές δομές. Θα έλεγα κάτι διαφορετικό και, ίσως, σοβαρά ανησυχητικό. Για πρώτη φορά ανοίγει θεσμικά η πόρτα ώστε τα περιοριστικά μέτρα να αντιμετωπίζονται ως πιθανή πρακτική και μέσα στις στεγαστικές δομές. Και από τη στιγμή που μια πρακτική αποκτά πρωτόκολλο, διαδικασία, έντυπο καταγραφής, υπεύθυνο εφαρμογής και μηχανισμό παρακολούθησης, παύει σιγά σιγά να θεωρείται ξένη προς μια υπηρεσία, αλλά μετατρέπεται σε διαθέσιμη επιλογή. Η ιστορία της ψυχιατρικής δεν μας επιτρέπει να είμαστε αφελείς απέναντι στην επίκληση της «εξαιρετικής περίπτωσης». Κι αυτό διότι, σχεδόν κάθε ιδρυματική πρακτική ξεκίνησε ως εξαίρεση στο όνομα της ασφάλειας, για το καλό του ίδιου του ασθενούς, για λίγα μόνο λεπτά, όταν «δεν υπήρχε άλλη λύση».

Η απάντηση σε μια κρίση μέσα σε ένα Οικοτροφείο δεν μπορεί να είναι η μετατροπή του Οικοτροφείου σε μικρό ψυχιατρικό τμήμα. Χρειάζεται επαρκές και εκπαιδευμένο προσωπικό, αποκλιμάκωση, επιστημονική υποστήριξη και άμεση διασύνδεση με τις υπηρεσίες οξείας ψυχιατρικής φροντίδας. Δεν χρειάζεται ιμάντες, ούτε «δωμάτια ηρεμίας» στα οποία ένας άνθρωπος θα υποβάλλεται  ή θα κλείνεται παρά τη θέλησή του. Γι’ αυτό απαιτείται μια ξεκάθαρη απάντηση από το Υπουργείο Υγείας και την Επιτροπή: Επιτρέπεται ή όχι η εφαρμογή περιοριστικών μέτρων σε Οικοτροφεία, Ξενώνες και Προστατευμένα Διαμερίσματα;

Και, εάν η απάντηση είναι «ναι», θα πρέπει να διευκρινίσουν ποιος νόμος το επιτρέπει, με ποιες ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις ισχύουν και πώς συμβιβάζεται αυτό με το μέχρι σήμερα δεσμευτικό πλαίσιο και με την προηγούμενη κατηγορηματική θέση της ίδιας της Επιτροπής;

Γιατί η αποασυλοποίηση δεν ήταν η μεταφορά των ανθρώπων από ένα μεγάλο ίδρυμα σε μικρότερα κτήρια μέσα στις πόλεις, αλλά η εγκατάλειψη της ιδρυματικής λογικής. 

Δεν βγάλαμε τους ανθρώπους από το άσυλο για να βάλουμε το άσυλο μέσα στο σπίτι τους. 

Και ασφαλώς δεν τους βγάλαμε από το άσυλο για να μεταφέρουμε μαζί τους και τους ιμάντες.

______________

Πίνακας: «Pinel a la Salpetriere» (1876), Ο ψυχίατρος Philippe Pinel (1745-1826) Απελευθερώνει τους ψυχικά ασθενείς από τις αλυσίδες τους στο άσυλο Salpetriere στο Παρίσι το 1795, είναι πίνακας του Γάλλου ζωγράφου Tony Robert-Fleury (1837-1911).



Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Από την κρατική επιχορήγηση στις συμβάσεις με τον ΕΟΠΥΥ - Παραμένουν οι Μονάδες Ψυχικής Υγείας στο ενιαίο μισθολόγιο;

«Η σταδιακή μετάβαση από τη δημόσια χρηματοδότηση στο μοντέλο αγοράς υπηρεσιών ψυχικής υγείας»

Ο ν. 5129/2024 εισήγαγε ένα νέο μοντέλο χρηματοδότησης των Μονάδων Ψυχικής Υγείας του ιδιωτικού τομέα. Ειδικότερα, το άρθρο 11Γ του ν. 2716/1999 προβλέπει ότι οι υπηρεσίες που παρέχουν οι Μονάδες Ψυχικής Υγείας αποζημιώνονται με νοσήλια, τροφεία, σταθερή αμοιβή ανά κεφαλή (capitation fee) ή κατά πράξη, ενώ οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και ο ΕΟΠΥΥ συμβάλλονται με αυτές για την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας στους ασφαλισμένους τους. Παράλληλα, η παρ. 9 του άρθρου 79 του ν. 5129/2024 προβλέπει την έκδοση υπουργικής απόφασης που θα ρυθμίσει τη μετάβαση των επιχορηγούμενων φορέων ψυχικής υγείας στο καθεστώς της υποχρεωτικής σύμβασης με τον ΕΟΠΥΥ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το νέο πλαίσιο δεν αποτελεί νέο πλαίσιο ή ριζική τομή. Ήδη και υπό το προϋφιστάμενο καθεστώς, οι Μονάδες Ψυχικής Υγείας που ανήκουν σε Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα χρηματοδοτούνταν τόσο από το ειδικό νοσήλιο (άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2716/1999) όσο και από την ετήσια επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό (βάσει της παρ. α' του άρθρου 28 του ν. 2519/1997, σε συνδυασμό με την παρ. 5 του άρθρου 13 ν. 2716/1999). Συνεπώς, στο προηγούμενο πλαίσιο συνυπήρχαν δύο μορφές δημόσιας χρηματοδότησης. Η μετάβαση που επιχειρείται με τον ν. 5129/2024 μπορεί να ιδωθεί περισσότερο ως εξορθολογισμός και ενοποίηση της χρηματοδότησης μέσω της συμβατικής σχέσης με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., παρά ως πλήρης ανατροπή του μοντέλου.

Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ένα ενδιαφέρον νομικό ερώτημα: εάν η υφιστάμενη κρατική επιχορήγηση αντικατασταθεί πλήρως από αποζημίωση υπηρεσιών μέσω συμβάσεων με τον ΕΟΠΥΥ, θα εξακολουθήσουν οι φορείς αυτοί να υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου;

Η μέχρι σήμερα υπαγωγή των εργαζομένων των Μονάδων Ψυχικής Υγείας στο ενιαίο μισθολόγιο συνδέεται κυρίως με το γεγονός ότι οι φορείς τους επιχορηγούνται τακτικά από κρατικούς πόρους σε ποσοστό άνω του 50% του ετήσιου προϋπολογισμού τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4024/2011, του ν. 4093/2012 και σήμερα του άρθρου 7 του ν. 4354/2015.

Στο σημείο αυτό απαιτείται μια κρίσιμη διευκρίνιση. Το άρθρο 7 του ν. 4354/2015 προβλέπει διαζευκτικά δύο κριτήρια υπαγωγής των Ν.Π.Ι.Δ. στο ενιαίο μισθολόγιο. Συγκεκριμένα, είτε πρόκειται για φορείς που ανήκουν στο κράτος ή τελούν υπό τον ουσιαστικό έλεγχό του, είτε για φορείς που επιχορηγούνται τακτικά από κρατικούς πόρους κατά ποσοστό τουλάχιστον 50% του ετήσιου προϋπολογισμού τους. Συνεπώς, η ενδεχόμενη παύση της επιχορήγησης δεν οδηγεί αυτομάτως εκτός ενιαίου μισθολογίου, εφόσον συντρέχει το πρώτο κριτήριο.

Στην περίπτωση όμως των Μονάδων Ψυχικής Υγείας του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες λειτουργούν συνήθως από αυτοτελή Ν.Π.Ι.Δ., χωρίς οργανική εξάρτηση από το Δημόσιο ως προς τον διορισμό και τον έλεγχο της Διοίκησής τους, το κριτήριο του «ανήκειν στο κράτος» δεν πληρούται. Έτσι, η υπαγωγή τους στηρίζεται ουσιαστικά αποκλειστικά στο δεύτερο κριτήριο, δηλαδή στην τακτική επιχορήγηση.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, το πεδίο εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου, όπως διαμορφώθηκε με τον ν. 4024/2011, τον ν. 4093/2012 και τον ν. 4354/2015, αφορά αποκλειστικά Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που επιχορηγούνται τακτικά. Οι κερδοσκοπικοί φορείς, ακόμη και όταν λειτουργούν Μονάδες Ψυχικής Υγείας, δεν εμπίπτουν στο ενιαίο μισθολόγιο. Η διάκριση αυτή είναι ουσιαστική, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι το άρθρο 11Γ του ν. 2716/1999 και η παρ. 9 του άρθρου 79 του ν. 5129/2024 καταλαμβάνουν ρητά τόσο τα κερδοσκοπικά όσο και τα μη κερδοσκοπικά Ν.Π.Ι.Δ. που ιδρύουν Μονάδες Ψυχικής Υγείας.

Επανέρχομαι στο κύριο ερώτημα. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο δεν χρησιμοποιεί πλέον τον όρο «επιχορήγηση», αλλά τον όρο «αποζημίωση», ούτε αναφέρεται σε χρηματοδότηση των φορέων, αλλά σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η διάκριση αυτή ενδέχεται να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Άλλο είναι η επιχορήγηση ενός φορέα για τη λειτουργία του και άλλο η αποζημίωση συγκεκριμένων υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο συμβατικής σχέσης. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι πληρωμές του ΕΟΠΥΥ εξακολουθούν να αποτελούν δημόσια χρηματοδότηση, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής με την οποία καταβάλλονται.

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι μέχρι την έκδοση της προβλεπόμενης Υπουργικής Απόφασης της παρ. 9 του άρθρου 79 του ν. 5129/2024, εξακολουθεί να ισχύει το προγενέστερο καθεστώς επιχορήγησης βάσει της παρ. 5 του άρθρου 13 του ν. 2716/1999. Συνεπώς, δεν επέρχεται αυτόματη αλλαγή στο μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων των Μονάδων Ψυχικής Υγείας με μόνη τη θέση σε ισχύ του άρθρου 11Γ. Η ουσιαστική μετάβαση και τα συνακόλουθα ερμηνευτικά ζητήματα θα ενεργοποιηθούν με την υλοποίηση της κανονιστικής εξειδίκευσης.

Το τελικό συμπέρασμα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το περιεχόμενο της υπουργικής απόφασης που προβλέπει η παρ. 9 του άρθρου 79 του ν. 5129/2024 και ιδίως από το εάν θα διατηρηθεί παράλληλα οποιαδήποτε μορφή τακτικής κρατικής επιχορήγησης των φορέων.

Σε κάθε περίπτωση, η μετάβαση από το καθεστώς της επιχορήγησης στο καθεστώς της συμβατικής αποζημίωσης μέσω ΕΟΠΥΥ δημιουργεί ένα νέο ερμηνευτικό πεδίο ως προς τη συνέχιση ή μη της εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας του ιδιωτικού τομέα.

Εάν ένας μη κερδοσκοπικός φορέας δεν επιχορηγείται πλέον από το Υπουργείο Υγείας αλλά αποζημιώνεται αποκλειστικά από τον ΕΟΠΥΥ για υπηρεσίες που παρέχει, εξακολουθεί να θεωρείται επιχορηγούμενος φορέας κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 4354/2015;

Και, εφόσον δεν πληρούται ούτε το εναλλακτικό κριτήριο του «ανήκειν στο κράτος», δηλαδή, της κρατικής ένταξης ή του κρατικού ελέγχου, μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητη η συνέχιση της υπαγωγής του στο ενιαίο μισθολόγιο;


___

Πίνακας: «Wanderer above the Sea of Fog» («Ο Οδοιπόρος πάνω από τη Θάλασσα της Ομίχλης»), 1818, είναι πίνακας του Γερμανού ρομαντικού ζωγράφου Caspar David Friedrich (Κάσπαρ Ντέιβιντ Φρίντριχ) (1774 – 1840).

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Από την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση στη διοικητική επιτήρηση;

Στον απόηχο του πορίσματος της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ)

Η “προστασία” δεν μπορεί να γίνει μηχανισμός ελέγχου των ψυχικά ασθενών
 _________


«Το Υπουργείο Υγείας, κατόπιν της αξιολόγησης του τελικού πορίσματος, θα προβεί σε κάθε αναγκαία και προβλεπόμενη από τη νομοθεσία ενέργεια».

Με αυτή τη φράση έκλεισε το Υπουργείο Υγείας, στις 6 Μαΐου 2026, την ανακοίνωσή του για την υπόθεση που αποκαλύφθηκε σε Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης στη Δυτική Ελλάδα, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι το τελικό πόρισμα της ΕΑΔ παραδόθηκε την ίδια ημέρα και ότι θα διαβιβαστεί και στις εισαγγελικές αρχές.

Η υπόθεση ασφαλώς και είναι ιδιαιτέρως σοβαρή. Τα δημοσιευμένα στοιχεία αναφέρονται σε κακομεταχείριση, σε μη καταγεγραμμένους περιορισμούς, σε σοβαρές παρατυπίες στη διαχείριση των οικονομικών των ενοίκων και, γενικότερα, σε σημαντικές παραβιάσεις στη λειτουργία της δομής. Πρόκειται, επομένως, για μια υπόθεση που απαιτεί πλήρη διερεύνηση, λογοδοσία και ουσιαστική εποπτεία των αρμοδίων αρχών.

Το κρίσιμο, όμως, ζήτημα αρχίζει ακριβώς από εκεί και πέρα. Διότι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, η παρούσα κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι αντιμετωπίζει τις παθογένειες της ψυχικής υγείας, και όχι μόνο, με υποστελέχωση του προσωπικού, με υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών, με παντελή απουσία εκπαίδευσης του προσωπικού και με προσχηματική στήριξη της κοινοτικής ψυχιατρικής.

Γι’ αυτό, πίσω από την τυπική διοικητική έκφραση του Υπουργείου Υγείας των «αναγκαίων ενεργειών» διαγράφεται ο κίνδυνος ένα ακραίο, αλλά υπαρκτό, περιστατικό να αξιοποιηθεί ως αφορμή για τη νομιμοποίηση ενός νέου κύκλου κανονιστικών παρεμβάσεων, εγκυκλίων, οδηγιών συμμόρφωσης και μηχανισμών διαρκούς διοικητικής επιτήρησης.

Μια τέτοια αντιμετώπιση, όμως, συνιστά ασφυκτική παρεμβατικότητα στις στεγαστικές δομές. Διότι, η απάντηση στα φαινόμενα κακομεταχείρισης, αυθαιρεσίας και οικονομικών ατασθαλιών δεν μπορεί να είναι η περιστολή, οριζόντια μάλιστα, της αυτονομίας των ψυχικά ασθενών, ούτε η μετατροπή της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης σε καθεστώς διαρκούς οικονομικής εποπτείας και λογιστικών εγγραφών. Η απάντηση σ’ αυτά τα φαινόμενα είναι η ουσιαστική εποπτεία των δομών, ο ουσιαστικός έλεγχος και η λογοδοσία των φορέων, σε συνδυασμό με την συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού και την ενίσχυση των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Διαφορετικά, η σοβαρή αυτή υπόθεση που είδε το φως της δημοσιότητας θα μετατραπεί σε εργαλείο νομιμοποίησης μιας νέας γενικευμένης λογικής «προστασίας», «διαφάνειας» και «εξορθολογισμού».

Μόνο που η λογική αυτή δεν θα στραφεί τελικά κατά των πραγματικών μηχανισμών κακοποίησης και αυθαιρεσίας, αλλά θα στραφεί σε βάρος της αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και, εν τέλει, της ίδιας της καθημερινής ζωής των ψυχικά πασχόντων ενοίκων.

Διότι, η ιστορία της ψυχιατρικής έχει επανειλημμένα δείξει ότι, τα πιο «τακτοποιημένα» διοικητικά συστήματα υπήρξαν συχνά και τα πιο αυταρχικά.


____

The Prison Courtyard (ή Η Αυλή της Φυλακής) είναι πίνακας ζωγραφικής του Vincent van Gogh, φιλοτεχνημένος το 1890 κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο άσυλο του Σαιν-Ρεμί στη Γαλλία. Το έργο αποτελεί μελέτη πάνω στην απομόνωση και την ψυχική δέσμευση, αποτυπώνοντας κρατουμένους να κάνουν κύκλο σε μια αυλή φυλακής.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

«Από τον “Έλεγχο” στη “Βιτρίνα” (ΙΙ) - Τα πρόσωπα και η θεσμική αυταπάτη της ανεξαρτησίας»

Στην προηγούμενη ανάρτησή μου προσπάθησα να αναδείξω τη θεσμική μετατόπιση της Επιτροπής Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές από όργανο «ελέγχου» σε όργανο περισσότερο συμβουλευτικό και διοικητικά ενσωματωμένο στο Υπουργείο Υγείας.

       
Η εξέταση, όμως, της ίδιας της σύνθεσής της αποκαλύπτει ότι η μετατόπιση αυτή δεν είναι μόνο νομοθετική, αλλά επεκτείνεται και στη λειτουργία της. Διότι η «βιτρίνα» δεν κατασκευάζεται μόνο με λέξεις, αλλά απαιτεί και πρόσωπα.

Και, βέβαια, το ζήτημα εδώ, δεν αφορά την αμφισβήτηση της επιστημονικής ή επαγγελματικής επάρκειας των συγκεκριμένων προσώπων. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι προσωπικό, αλλά κατεξοχήν θεσμικό. Διότι, ακόμη και πρόσωπα με βαρύ βιογραφικό, ακαδημαϊκό κύρος ή δικαστική ιδιότητα δεν αρκούν, όταν εντάσσονται σε ένα σχήμα του οποίου η αρχιτεκτονική είναι εξαρχής εξαρτημένη από την ίδια την πολιτική και διοικητική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, την οποία η Επιτροπή οφείλει να ελέγχει.


Η νέα Επιτροπή συγκροτήθηκε ως ένα σχήμα κύρους, ισορροπιών και ενδοσυστημικής εκπροσώπησης, και όχι ως όργανο εξωτερικού και ανεξάρτητου ελέγχου. Και αυτό προκύπτει τόσο από ορισμένες επιλεγείσες προσωπικότητες όσο και, κυρίως, από την υποχρεωτική συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Επιστημονικών Συμβουλίων Ψυχικής Υγείας των Δ.Υ.Πε.. Εδώ έχουμε μια συνειδητή θεσμική επιλογή υπερεκπροσώπησης του ίδιου του διοικητικού μηχανισμού στο εσωτερικό ενός οργάνου, το οποίο υποτίθεται ότι συγκροτήθηκε για να ελέγχει την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων.


Εισαγγελική εξουσία στον έλεγχο του ίδιου μηχανισμού

Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται ο Ηλίας Ζαγοραίος, Εισαγγελέας Εφετών και πρώην Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.

Η επιλογή αυτή εγείρει σοβαρό ζήτημα θεσμικής συμβατότητας με τον ρόλο ενός ανεξάρτητου μηχανισμού προστασίας δικαιωμάτων, όπως αυτός προϋποτίθεται από το άρθρο 33 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD) και τα διεθνή πρότυπα ανεξάρτητων θεσμών.

Λόγω της ιδιότητάς του, συνδέθηκε θεσμικά με την εφαρμογή εισαγγελικών εντολών, ακούσιων νοσηλειών και ελέγχων δομών ψυχικής υγείας. Δηλαδή, με τον ίδιο τον μηχανισμό κρατικών παρεμβάσεων που επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων.

Το ζήτημα, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι προσωπικό. Είναι θεσμικό.

Όταν το ίδιο πρόσωπο που είχε ρόλο στην εφαρμογή αυτών των μηχανισμών καλείται να προΐσταται ενός οργάνου που οφείλει να ελέγχει τις συνέπειές τους, ανακύπτει μια εμφανής σύγκρουση ρόλων.

 

Επιστημονικό κύρος και εγγύτητα στους παρόχους υπηρεσιών

Ο Στυλιανίδης Στυλιανός αποτελεί μία από τις πλέον αναγνωρισμένες προσωπικότητες στον χώρο της ψυχικής υγείας. Είναι, όμως, ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος της Ε.Π.Α.Ψ.Υ., ενός από τους μεγαλύτερους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, που χρηματοδοτείται, λειτουργεί και εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας.

Η Επιτροπή καλείται, όμως, να εποπτεύει και φορείς του ίδιου συστήματος. Όταν σε αυτή συμμετέχουν πρόσωπα που έχουν συνδεθεί με βασικούς φορείς υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ανακύπτει σαφές ζήτημα θεσμικής σύγκρουσης ρόλων.


Από την εκτελεστική εξουσία στο «ανεξάρτητο» όργανο

Η Παπακώστα Ειρήνη ορίζεται μέλος της Επιτροπής, ενώ συμμετέχει σε διοικητικά συμβούλια εποπτευόμενων φορέων ψυχικής υγείας, παράλληλα, δε, υπηρετεί ως μετακλητή στο Ιδιαίτερο Γραφείο του Υφυπουργού Υγείας[1], αρμόδιου για την ψυχική υγεία.

Πρόκειται, δηλαδή, για πρόσωπο που δεν βρίσκεται εκτός της διοίκησης, αλλά έχει ενταχθεί στον πυρήνα της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας.

Πώς μπορεί ένα τέτοιο πρόσωπο να λειτουργήσει ως ανεξάρτητο μέλος ενός οργάνου που καλείται να ελέγχει την ίδια εξουσία που υπηρετεί;

Η επιλογή αυτή όχι μόνο δεν ενισχύει την ανεξαρτησία, αλλά την υπονομεύει, θέτοντας εν αμφιβόλω την απαιτούμενη απόσταση, την αντικειμενικότητα και, τελικώς, την ίδια την αξιοπιστία του ελεγκτικού ρόλου της Επιτροπής.


Εκπροσώπηση ληπτών ή θεσμική ενσωμάτωση;

Η Νομίδου Αικατερίνη, ως Πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ., ορίζεται ως εκπρόσωπος των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ωστόσο, έχει ήδη συμμετάσχει σε επιτροπές του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, δηλαδή σε θεσμικά όργανα του ίδιου του Υπουργείου, ενώ και η ίδια η Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ. χρηματοδοτείται από το κράτος. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τον ρόλο της, αλλά δείχνει ότι, η εκπροσώπηση δεν προέρχεται από έναν εντελώς ανεξάρτητο χώρο.

Όταν η «φωνή των ληπτών» είναι ήδη ενταγμένη σε κρατικές διαδικασίες, η ανεξαρτησία της εκπροσώπησης καθίσταται σχετική.

 

Εκπροσώπηση ή διαμεσολάβηση;

Ο Σαμουηλίδης Αναστάσιος, δικηγόρος, ορίζεται ως εκπρόσωπος των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει ένα διαφορετικό ζήτημα. Τη φύση της εκπροσώπησης. Η εκπροσώπηση των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας προϋποθέτει άμεση συμμετοχή ή σαφή οργανική σύνδεση με τον χώρο των ίδιων των ληπτών. Η τοποθέτηση στην Επιτροπή ενός νομικού μετατοπίζει την εκπροσώπηση προς τη διαμεσολάβηση.

Αντί για τη φωνή των ίδιων των υποκειμένων των δικαιωμάτων, εμφανίζεται μια φωνή που μιλά εξ ονόματός τους.


Κύρος χωρίς απόσταση

Στη σύνθεση της Επιτροπής συμμετέχουν επίσης πανεπιστημιακοί και επαγγελματίες με σημαντική επιστημονική διαδρομή. Η παρουσία τους, είναι βέβαιο, ενισχύει την εικόνα επάρκειας και «πολυεπιστημονικότητας» της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν διασφαλίζει κατ’ ανάγκη την ανεξαρτησία της. Πρόκειται, κατά κανόνα, για πρόσωπα που έχουν ήδη παρουσία και ρόλο στον χώρο της ψυχικής υγείας, μέσω πανεπιστημιακών, θεσμικών ή επαγγελματικών δομών. Έτσι, αντί να συγκροτείται μια Επιτροπή που τα μέλη δεν προέρχονται από τη διοίκηση, αναπαράγεται, σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο το σύστημα.


Και οι 7 Πρόεδροι των Ε.Συ.Ψ.Υ.: η θεσμοθέτηση της σύγκρουσης ρόλων

Αν τα παραπάνω εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ως προς την ανεξαρτησία της Επιτροπής, η υποχρεωτική συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Επιστημονικών Συμβουλίων Ψυχικής Υγείας των Δ.Υ.Πε. τα μετατρέπει σε βεβαιότητα.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 3329/2005, όπως ισχύει, οι Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.)[2] είναι αρμόδιες για τον προγραμματισμό, τον συντονισμό και την υλοποίηση των πολιτικών ψυχικής υγείας, ενώ τα Επιστημονικά Συμβούλια Ψυχικής Υγείας (Ε.Συ.Ψ.Υ.) λειτουργούν ως εσωτερικά επιστημονικά όργανα των Δ.Υ.Πε., με ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση και λειτουργία του συστήματος[3].

Ειδικότερα, τα Ε.Συ.Ψ.Υ. γνωμοδοτούν για κρίσιμα ζητήματα, όπως η οργάνωση των εφημεριών, η λειτουργία των δομών, οι θεραπευτικές διαδικασίες και η κατανομή των ακούσιων νοσηλειών, ενώ εισηγούνται μέτρα πολιτικής και συμμετέχουν στη διαμόρφωση της λειτουργίας του περιφερειακού δικτύου ψυχικής υγείας. Οι Πρόεδροί τους είναι, κατά κανόνα, ανώτερα στελέχη του Ε.Σ.Υ. ή/και πανεπιστημιακοί, με άμεση και καθοριστική εμπλοκή στη λειτουργία και οργάνωση του ίδιου του συστήματος.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η υποχρεωτική συμμετοχή τους στην Επιτροπή προστασίας δικαιωμάτων δημιουργεί μια καταφανή θεσμική σύγκρουση ρόλων. Διότι, τα ίδια πρόσωπα καλούνται να συμμετέχουν στη διαμόρφωση και λειτουργία του συστήματος και, ταυτόχρονα, να το ελέγχουν για παραβιάσεις δικαιωμάτων.

Τα πρόσωπα αυτά αποτελούν τμήμα του ίδιου διοικητικού και επιστημονικού μηχανισμού, που γνωμοδοτεί για ακούσιες νοσηλείες, εισηγείται για οργάνωση δομών και συμμετέχει στη λειτουργία του συστήματος. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τον ίδιο μηχανισμό που η Επιτροπή καλείται να εποπτεύει. Εδώ δεν έχουμε απλώς θεσμική εγγύτητα. Έχουμε θεσμοθέτηση της σύγκρουσης. Ο ελεγκτής ενσωματώνει τον ελεγχόμενο.

Και αυτό δεν αποτελεί, απλώς, εσωτερική αντίφαση, αλλά αντίκειται σε θεμελιώδεις διεθνείς αρχές για την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων. Σύμφωνα με τις "Δέκα Βασικές Αρχές" του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO/MNH/MND/96.9), σχετικά με τη νομοθεσία περί την ψυχική υγεία, η εφαρμογή του πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων πρέπει να παρακολουθείται από ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο, διακριτό τόσο από τις διοικητικές αρχές όσο και από τους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκρότηση της Επιτροπής, με τη συμμετοχή των επτά (7) Προέδρων των Ε.Συ.Ψ.Υ. -ενταγμένων στον ίδιο τον διοικητικό και λειτουργικό μηχανισμό που καλείται να ελέγχει-, θέτει σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με τα διεθνή πρότυπα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.   


Η ανεξαρτησία ως «εικόνα»

Η νέα Επιτροπή συγκροτείται από πρόσωπα με κύρος, εμπειρία και θεσμική παρουσία. Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Διότι η ανεξαρτησία δεν εξασφαλίζεται από το κύρος των προσώπων, αλλά από την απόσταση που έχουν απ’ το σύστημα, που καλούνται να ελέγξουν.

Και στην προκειμένη περίπτωση, η απόσταση αυτή εμφανίζεται περιορισμένη. 

Η Επιτροπή παρουσιάζεται ως πολυμελής, πολυεπιστημονική και «ανεξάρτητη». Στην ουσία, όμως, λειτουργεί ως μια καλά δομημένη θεσμική «βιτρίνα». 

Μια βιτρίνα που δημιουργεί την εικόνα ελέγχου, χωρίς να τον εξασφαλίζει.



[2]  Ν. 3329/2005, όπως ισχύει, «Άρθρο 2, Σκοπός της Δ.Υ.Πε. «Σκοπός της Δ.Υ.Πε. είναι: α) Ο προγραμματισμός, συντονισμός, εποπτεία και έλεγχος στα όρια της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, της λειτουργίας όλων των Φορέων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Φ.Π.Υ.Υ.). Ως Φορείς Παροχής Υπηρεσιών Υγείας ορίζονται οι ακόλουθοι: (1) Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας. (2) Μονάδες Ψυχικής Υγείας (Μ.Ψ.Υ.) του Εθνικού Δικτύου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (Ε.Δ.Υ.Ψ.Υ.), Κέντρα Απεξάρτησης. (3) Λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, που ασκούν δραστηριότητες στους τομείς υγείας και κοινωνικής αλληλεγγύης και εποπτεύονται από τον Υπουργό Υγείας. β) Η υποβολή, προς τον Υπουργό Υγείας, εισηγήσεων, μέτρων και προτάσεων που αποσκοπούν στην πληρέστερη και αποδοτικότερη παροχή υπηρεσιών υγείας στον πληθυσμό της Περιφέρειάς τους. γ) Η παρακολούθηση της εφαρμογής, από τις Διοικήσεις των εποπτευόμενων Φ.Π.Υ.Υ., της πολιτικής που χαράσσεται από το Υπουργείο Υγείας. δ) Η παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών ψυχικής υγείας και ο συντονισμός δράσεων και πολιτικών παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε επίπεδο υγειονομικής περιφέρειας. ε) Η χορήγηση ιατρικών ειδικοτήτων σε ειδικευόμενους των οικείων Δομών Παροχής Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας.».

[3] Ν. 3329/2005 άρθρο 6Β, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 13 ν. 5129/2024 (ΦΕΚ Α` 124/01.08.2024): «Άρθρο 6Β, Επιστημονικό Συμβούλιο Ψυχικής Υγείας. 1. Σε κάθε Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας (Δ.Υ.Πε.) συστήνεται ένα Επιστημονικό Συμβούλιο Ψυχικής Υγείας (Ε.Συ.Ψ.Υ.), που αποτελείται από δεκατρία (13) μέλη και συγκεκριμένα: α) Έναν (1) ιατρό ειδικότητας Ψυχιατρικής Ενηλίκων ή Ψυχιατρικής Παίδων και Εφήβων με θέση Συντονιστή Διευθυντή ή Διευθυντή Ε.Σ.Υ. ή έναν (1) Καθηγητή, οποιασδήποτε βαθμίδας, Διευθυντή Πανεπιστημιακής κλινικής ή εργαστηρίου, που εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όσους κατέχουν κάποια από τις παραπάνω θέσεις ευθύνης στις αποκεντρωμένες μονάδες παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., ως Πρόεδρο, β) δύο (2) ιατρούς ειδικότητας Ψυχιατρικής Ενηλίκων ή Ψυχιατρικής Παίδων και Εφήβων με βαθμό Διευθυντή Ε.Σ.Υ. ή μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) βαθμίδας Επίκουρου Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή Καθηγητή που δεν είναι Διευθυντές Πανεπιστημιακών Κλινικών ή Εργαστηρίων, που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους Διευθυντές Ε.Σ.Υ. των αποκεντρωμένων μονάδων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., πλην Συντονιστών Διευθυντών, και από τα μέλη Δ.Ε.Π. βαθμίδας Επίκουρου Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή Καθηγητή που δεν είναι Διευθυντές Πανεπιστημιακών Κλινικών ή Εργαστηρίων, γ) έναν (1) ιατρό ειδικότητας Ψυχιατρικής Ενηλίκων ή Ψυχιατρικής Παίδων και Εφήβων με βαθμό Επιμελητή Α` ή Β`, που εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όλους τους Επιμελητές Α` και Β` των αποκεντρωμένων μονάδων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., δ) έναν (1) ειδικευόμενο στην Ψυχιατρική Ενηλίκων ή Ψυχιατρική Παίδων και Εφήβων ιατρό που εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όλους τους ειδικευόμενους στις ως άνω ειδικότητες ιατρούς των αποκεντρωμένων μονάδων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., ε) δύο (2) ψυχολόγους της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους ψυχολόγους που υπάγονται στην άνω Διεύθυνση, στ) δύο (2) κοινωνικούς λειτουργούς ή λοιπούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας, μη ιατρούς, κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας και της Διεύθυνσης Νοσηλευτικής Ψυχικής Υγείας, που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους μη ιατρούς υπαλλήλους, κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ, που υπάγονται στις άνω Διευθύνσεις, ζ) δύο (2) Νοσηλευτές ΠΕ ή ΤΕ ή, ελλείψει αυτών, επισκέπτες υγείας, με βαθμό τουλάχιστον Γ`, της Διεύθυνσης Νοσηλευτικής Ψυχικής Υγείας που εκλέγονται, με τους αναπληρωτές τους, από όλους τους υπαγόμενους στην άνω Διεύθυνση νοσηλευτές και επισκέπτες υγείας, και η) δύο (2) λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, από τους οποίους ένας (1) ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από την Ένωση Ασθενών Ελλάδος και ένας (1) ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ.). Τα μέλη του Ε.Συ.Ψ.Υ. των περ. α) έως και ζ) εκλέγονται μετά από εκλογές που προκηρύσσονται με απόφαση του αρμόδιου για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε.. Αν οποιοδήποτε μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου χάσει την ιδιότητα με την οποία έχει εκλεγεί, παύει αυτόματα να είναι μέλος και ορίζεται νέο με την ίδια διαδικασία, για το υπόλοιπο της θητείας. Αν οποιοδήποτε μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου απουσιάζει από περισσότερες από τρεις (3) συνεχόμενες συνεδριάσεις, είναι δυνατή η αντικατάστασή του, με την ίδια διαδικασία, για το υπόλοιπο της θητείας, μετά από σχετική απόφαση του Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται κατόπιν εισήγησης του Προέδρου ή του αναπληρωτή του. 2. Το Ε.Συ.Ψ.Υ. συνεδριάζει στην έδρα της Δ.Υ.Πε. τακτικά δύο (2) φορές τον μήνα και έκτακτα, όταν αυτό ζητηθεί από τον Πρόεδρο ή δύο (2) τουλάχιστον από τα μέλη του. 3. Η θητεία του Ε.Συ.Ψ.Υ. είναι δύο (2) ετών και η συγκρότησή του γίνεται με απόφαση του Υποδιοικητή της οικείας Υ.Πε., αρμόδιου για θέματα ψυχικής υγείας. Με την ίδια απόφαση ανατίθεται η γραμματειακή υποστήριξη σε υπάλληλο της οικείας Δ.Υ.Πε.. Στις συνεδριάσεις του Ε.Συ.Ψ.Υ. τηρούνται πρακτικά σε ειδικό βιβλίο πρακτικών θεωρημένο από τον Υποδιοικητή της οικείας Υ.Πε., αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας. 4. Το Ε.Συ.Ψ.Υ. γνωμοδοτεί κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε ή εισηγείται προς τον Υποδιοικητή της οικείας Υ.Πε. για θέματα ανάπτυξης και υλοποίησης των πολιτικών ψυχικής υγείας, καθώς και βελτιστοποίησης της λειτουργίας του οικείου Περιφερειακού Δικτύου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ.). Ενδεικτικά: α) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. για τη δημιουργία νέων δομών και υπηρεσιών εντός του Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ. και για την τροποποίηση και εξειδίκευση της λειτουργίας των υφισταμένων, β) γνωμοδοτεί προς τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας, κατόπιν αιτήματός του, για ζητήματα εφημεριών και κατανομής ακούσιων νοσηλειών, εξασφαλίζοντας την αυστηρή τομεοποίηση των υπηρεσιών, γ) γνωμοδοτεί προς τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας, κατόπιν αιτήματός του, για ζητήματα θεραπευτικών διαδικασιών για όλες τις δομές και όλους τους διασυνδεόμενους, συνεργαζόμενους και εποπτευόμενους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., δ) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε., για τη συγκρότηση ειδικών επιστημονικών επιτροπών: δα) πρόληψης και πρωτοβάθμιας φροντίδας, δβ) δευτεροβάθμιας φροντίδας και δγ) ψυχοκοινωνικής επανένταξης, με συμμετοχή επαγγελματιών ψυχικής υγείας εκ των εποπτευόμενων φορέων του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., σύμφωνα με την περ. κδ της παρ. 2 του άρθρου 3Α, ε) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε., κατ` ανάλογη εφαρμογή της περ. ε της παρ. 3 του άρθρου 9, για θέματα ηθικής και δεοντολογίας που δύνανται να ανακύψουν στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., όπως η τήρηση των γενικά παραδεκτών αρχών της ακεραιότητας της έρευνας και της ορθής επιστημονικής πρακτικής και η προστασία των προσωπικών δεδομένων, στ) καταρτίζει και υποβάλλει προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων για την πλήρωση της θέσης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ιατρικής Ψυχικής Υγείας και του αναπληρωτή αυτού, με κριτήρια την επιστημονική επάρκεια, τις διοικητικές ικανότητες, την εκπαιδευτική και ερευνητική δραστηριότητα, τη συμπεριφορά προς τους ασθενείς, το κύρος τους μεταξύ των συναδέλφων και το πνεύμα συνεργασίας τους κατ` ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2889/2001 (Α` 37), ζ) υποβάλλει προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή και τους Προϊσταμένους των Διευθύνσεων Ψυχικής Υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., κατόπιν αιτήματός τους, προτάσεις αναφορικά με οργανωτικά και επιστημονικά ζητήματα λειτουργίας των δομών και φορέων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., καθώς και θέματα εξειδίκευσης και επιμόρφωσης του προσωπικού τους, η) εισηγείται προς τον Υποδιοικητή της Υ.Πε., αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας: ηα) παρεμβάσεις για τη βελτίωση της παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας και την ανάπτυξη των πολιτικών υγείας, με έμφαση στις οργανωτικές δομές ανά υγειονομική περιφέρεια με βάση τις καταγεγραμμένες ανάγκες και τα δεδομένα του χάρτη ψυχικής υγείας, ηβ) μέτρα ψυχικής υγείας για το επιχειρησιακό σχέδιο αντιμετώπισης κρίσεων, εκτάκτων αναγκών και μαζικών καταστροφών στα όρια της οικείας Υ.Πε., ηγ) μέτρα που αφορούν στη βελτίωση της λειτουργίας των επί μέρους δομών του Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., στη θέσπιση προτεραιοτήτων κατά τον προγραμματισμό της προμήθειας εξοπλισμού ή υγειονομικού υλικού και σε οτιδήποτε κριθεί, από τον Υποδιοικητή, ότι δύναται να βελτιώσει την ποιότητα των παρεχόμενων προς τους ασθενείς υπηρεσιών, θ) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. και τους Προϊσταμένους των Διευθύνσεων Ψυχικής Υγείας της οικείας Δ.Υ.Πε., κατόπιν αιτήματός τους, για προγράμματα δια βίου εκπαίδευσης και συνεχιζόμενης κατάρτισης για την ενημέρωση των ψυχιάτρων, παιδοψυχιάτρων ή άλλων επαγγελματιών ψυχικής υγείας ή διοικητικών ή άλλων εργαζομένων στην κοινοτική ψυχιατρική, και ι) γνωμοδοτεί προς τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε. για θέματα που άπτονται της βελτίωσης της δραστηριότητας των επιστημονικών επιτροπών των δομών και φορέων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας του οικείου Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., καθώς και όποιων άλλων επιτροπών ή ομάδων εργασίας συσταθούν από τον αρμόδιο για θέματα ψυχικής υγείας Υποδιοικητή της Υ.Πε..».

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Σύσταση και ορισμός μελών της Ομάδας Εργασίας για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για την ακούσια νοσηλεία.

Δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ. 225/16.05.2017)* η υπ' αριθμ. Α1β/Γ.Π.31142/9-05-2017 απόφαση του Υπουργού Υγείας και του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας, με την οποία συστήθηκε και ορίστηκαν τα μέλη της Ομάδας Εργασίας για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για την ακούσια νοσηλεία, το κείμενο της οποίας έχει ως ακολούθως:


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ  ΥΓΕΙΑΣ


Αριθ. Α1β/Γ.Π.31142/9-05-2017
Σύσταση και ορισμός μελών της Ομάδας Εργασίας για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για την ακούσια νοσηλεία.  

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΥΓΕΙΑΣ 
ΚΑΙ Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ 

Έχοντας υπόψη: 
1. Τα άρθρα 13, 14 και 15 του ν. 2690/1999, «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 45), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν. 
2. Την παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1579/1985, «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή και ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 217). 
3. Το άρθρο 95 του ν. 2071/1992, «Εκσυγχρονισμός και οργάνωση συστήματος υγείας» (ΦΕΚ Α΄ 123). 
4. Το άρθρο 21 του ν. 4354/2015, «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» (Α΄ 176).
5. Το π.δ. 73/2015 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 116). 
6. Το π.δ. 106/2014, «Οργανισμός του Υπουργείου Υγείας» (Α΄ 173), όπως ισχύει. 
7. Την παρ. 3 του άρθρου 45 και το άρθρο 90 του «Κώδικα της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98). 
8. Την υπ’ αριθ. Α1α/89772/07-12-2016 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Υγείας, με θέμα «Διορισμός Γενικού Γραμματέα Υπουργείου Υγείας» (Υ.Ο.Δ.Δ. 685). 
9. Την υπ’ αριθ. Α1β/Γ.Π. οικ. 3899/19-01-2017 απόφαση, με θέμα «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και του δικαιώματος υπογραφής εγγράφων “Με εντολή Υπουργού” στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας» (Β΄ 94, ΑΔΑ: 6ΠΓΤ465ΦΥΟ-ΣΨΕ). 
10. Το από 19/04/2017 Υπηρεσιακό Σημείωμα της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας, με το οποίο ζητείται η συγκρότηση της εν θέματι αναφερόμενης Ομάδας Εργασίας. 
11. Το υπ’ αριθ. Α1β/Γ.Π.οικ. 30186/20-04-2017 έγγραφο του Τμήματος Οργάνωσης και Συλλογικών Οργάνων προς το Συνήγορο του Πολίτη, με το οποίο ζητείται ο ορισμός εκπροσώπου στην εν θέματι αναφερόμενη Ομάδα Εργασίας. 
12. Το υπ’ αριθ. 92/21-04-2017 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, με το οποίο απαντάται το ανωτέρω (8) σχετικό έγγραφο. 
13. Το υπ’ αριθ. Α1β/Γ.Π.οικ. 30189/20-04-2017 έγγραφο του Τμήματος Οργάνωσης και Συλλογικών Οργάνων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το οποίο ζητείται ο ορισμός εκπροσώπου στην εν θέματι αναφερόμενη Ομάδα Εργασίας. 
14. Το υπ’ αριθ. 1093/28-04-2017 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το οποίο απαντάται το ανωτέρω (10) σχετικό έγγραφο. 
15. Το γεγονός ότι λόγω της ιδιαίτερης φύσης του αντικειμένου, δεν ορίζονται αναπληρωματικά μέλη. 
16. Το γεγονός ότι από την παρούσα δεν προκύπτει δαπάνη εις βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε: 

Συνιστάται στο Υπουργείο Υγείας Ομάδα Εργασίας για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για την ακούσια νοσηλεία (άρθρο 95 του ν. 2071/1992), και ως μέλη αυτής ορίζονται οι κάτωθι:
1. ΚΟΣΜΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ του Γεράσιμου (Α.Δ.Τ. ΑΙ 700271), Επίκουρος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. 
2. ΔΟΥΖΕΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ του Ιωάννη (Α.Δ.Τ. ΑΗ 501222), Καθηγητής Ψυχιατροδικαστικής - Β΄ Ψυχιατρική Κλινική του Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ». 
3. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ του Αναστασίου (Α.Δ.Τ. Χ 024397), Ψυχίατρος Διευθυντής ΕΣΥ στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Αγίων Αναργύρων του Ψ.Ν.Α. «ΔΑΦΝΙ». 
4. ΜΑΡΚΕΤΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ του Παναγή (Α.Δ.Τ. ΑΙ 632633), Ψυχίατρος, Επιμελητής στην Ψυχιατρική Κλινική του Γ.Ν.Α. «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ». 
5. ΜΠΙΛΑΝΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ του Δημητρίου (Α.Δ.Τ. ΑΒ 807749), Ψυχίατρος Διευθυντής Ε.Σ.Υ. στην Ψυχιατρική Κλινική του Γ.Ν. Άρτας. 
6. ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ του Μιχαήλ (Α.Δ.Τ. ΑΙ 069625), Προϊστάμενος στο Τμήμα Β΄ της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας. 
7. ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ του Σταμάτη (Α.Δ.Τ. Χ 681291), Δικηγόρος. 
8. ΒΙΔΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ του Κωνσταντίνου (Α.Δ.Τ. Σ 545783), Συνταγματολόγος, Διευθυντής στο Τμήμα Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής της Δικηγορικής Εταιρείας Αθηνών. 
9. ΣΤΑΘΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ του Κωνσταντίνου (Α.Δ.Τ. Χ 792332), Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κορίνθου. 
10. ΠΑΝΑΓΟΥ ΑΙΜΙΛΙΑ του Νικολάου (Α.Δ.Τ. ΑΚ 209741), Ειδική Επιστήμονας του Κύκλου Κοινωνικής Προστασίας του Συνηγόρου του Πολίτη. 

Πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας ορίζεται ο ΚΟΣΜΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ. 

Γραμματέας ορίζεται η ΚΑΝΑΡΗ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ του Ευριπίδη (Α.Δ.Τ. ΑΙ 109425), Υπάλληλος στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας.

Έργο της Ομάδας Εργασίας είναι η εκπόνηση σχεδίου νόμου και των τυχόν εφαρμοστικών αποφάσεων, προκειμένου να επικαιροποιηθεί το θεσμικό πλαίσιο της ακούσιας νοσηλείας (άρθρο 95 του ν. 2071/1992) και να αναπτυχθούν οι απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες για τον περιορισμό των ακούσιων νοσηλειών. 

Η Ομάδα Εργασίας θα παραδώσει τις προτάσεις της, ολοκληρώνοντας το έργο της, στις 22/12/2017. 

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.  

Αθήνα, 9 Μαΐου 2017 

                              Ο Υπουργός 
                                   κ.α.α. 
                    Ο Αναπληρωτής Υπουργός         Ο Γενικός Γραμματέας 
                     
                      ΠΑΥΛΟΣ ΠΟΛΑΚΗΣ           ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 






____________________________
*Το ΦΕΚ τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ. 225/16.05.2017 μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ την ανάρτηση της σχετικής πράξης στο πρόγραμμα Διαύγεια.
**Φωτογραφία Γ. Γεωργίου.