Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Αποϊδρυματοποίηση και κοινωνική επανένταξη «κατόπιν εισαγγελικής εντολής»;

Η αμφιλεγόμενη πρόβλεψη της νέας υπουργικής απόφασης για τις στεγαστικές Μονάδες Ψυχικής Υγείας και τα όρια της εισαγγελικής αρμοδιότητας

Οι στεγαστικές Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, δηλαδή τα Οικοτροφεία, οι Ξενώνες και τα Προστατευμένα Διαμερίσματα, αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, την οποία η ελληνική Πολιτεία ουσιαστικά αναγκάστηκε να προωθήσει υπό την πίεση της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της διεθνούς κατακραυγής, που ακολούθησε την αποκάλυψη των άθλιων συνθηκών διαβίωσης των εγκλείστων στο ψυχιατρικό άσυλο της Λέρου, αλλά και χάρη στις επίμονες προσπάθειες ψυχιάτρων και επαγγελματιών ψυχικής υγείας που αγωνίστηκαν για την κατάργηση της ασυλικής ψυχιατρικής.

Σκοπός τους ήταν η αποϊδρυματοποίηση και η κοινωνική επανένταξη των ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές, μέσα από την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών διαβίωσης, υποστήριξης και φροντίδας στην κοινότητα. Δεν δημιουργήθηκαν για να αποτελέσουν μικρότερα ψυχιατρικά ιδρύματα ή χώρους εγκλεισμού, αλλά για να λειτουργούν ως χώροι διαβίωσης, θεραπείας και υποστήριξης, με σκοπό την ενίσχυση της αυτονομίας των ενοίκων, την επανένταξή και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή. Για πολλούς από αυτούς, μάλιστα, αποτελούν τη μοναδική τους κατοικία.

Ο σκοπός αυτός αποτυπώνεται και στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία τους. Το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 2716/1999 προβλέπει την τοποθέτηση σε στεγαστικές Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης ατόμων με ψυχικές διαταραχές και σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα, τα οποία δεν διαθέτουν στέγη ή κατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον, «μετά από αίτησή τους, με σύμφωνη γνώμη του θεράποντος ψυχιάτρου ή της θεραπευτικής ψυχιατρικής ομάδας». Η πρόβλεψη αυτή συνδέεται άμεσα με τον ίδιο τον σκοπό της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, η οποία προϋποθέτει τον σεβασμό της προσωπικής ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης και του δικαιώματος του ανθρώπου να συμμετέχει στις αποφάσεις που αφορούν την ίδια του τη ζωή.

Η νέα πρόβλεψη για την εισαγγελική εντολή

Με την πρόσφατη υπ' αριθ. Γ3β/Γ.Π.οικ.44413/2026 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β΄ 6132/9-10-2026) καθορίζεται εκ νέου ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας των στεγαστικών Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης.

Στο άρθρο 14 παρ. 1 προβλέπεται ότι η μετάβαση ωφελουμένων σε Οικοτροφεία, Ξενώνες και Προστατευμένα Διαμερίσματα πραγματοποιείται μετά από αίτησή τους, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 2716/1999, «ή κατόπιν εισαγγελικής εντολής και για τους λόγους που αναφέρονται ρητά σε αυτή». Η διατύπωση αυτή δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα.

Καταρχήν, η υπουργική απόφαση εμφανίζει την εισαγγελική εντολή ως εναλλακτικό τρόπο μετάβασης στις στεγαστικές δομές, χωρίς να προσδιορίζει σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να εκδοθεί, ποια νομοθετική διάταξη θεμελιώνει τη σχετική εισαγγελική αρμοδιότητα και εάν προϋποτίθεται προηγούμενη δικαστική απόφαση. Η ασάφεια εντείνεται από το γεγονός ότι, στο υπόδειγμα εσωτερικού κανονισμού Ξενώνα του Παραρτήματος ΙΙ της ίδιας απόφασης, η εισαγγελική εντολή αναφέρεται διαζευκτικά προς τη δικαστική απόφαση.

Δεν διευκρινίζεται, επίσης, εάν η εισαγγελική εντολή έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για τον ενδιαφερόμενο, ανεξάρτητα από τη βούλησή του, ούτε ποιες εγγυήσεις προβλέπονται για την προστασία των δικαιωμάτων του. Το γεγονός ότι στην εισαγγελική εντολή πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι έκδοσής της όχι μόνο δεν επιλύει το πρόβλημα, αλλά δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα, καθώς δεν προσδιορίζονται οι λόγοι που μπορούν, κατά νόμο, να δικαιολογήσουν μια τέτοια εντολή. Σε κάθε περίπτωση, η αιτιολόγηση μιας εισαγγελικής πράξης δεν υποκαθιστά τη νομοθετική θεμελίωση της σχετικής εισαγγελικής αρμοδιότητας.

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

Δεν αποκλείεται, πάντως, η πρόβλεψη αυτή να συνδέεται με την επιδίωξη αποσυμφόρησης των ψυχιατρικών νοσοκομείων από χρόνιους νοσηλευομένους, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η μετάβασή τους σε στεγαστικές δομές συναντά αντιρρήσεις από τους ίδιους, τους συγγενείς ή τους δικαστικούς συμπαραστάτες τους.

Άλλωστε, με την υπ' αριθ. Γ3α,β/Γ.Π.οικ.34237/31.7.2025 εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας είχε ήδη δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στη μετάβαση των χρόνιων νοσηλευομένων, με ρητή αναφορά στην ανάγκη αποδέσμευσης κλινών οξέων περιστατικών.

Ωστόσο, ακόμη και αν αυτός είναι ο επιδιωκόμενος σκοπός της νέας ρύθμισης, η αποσυμφόρηση των ψυχιατρικών νοσοκομείων δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη δημιουργία εισαγγελικής αρμοδιότητας χωρίς ειδική νομοθετική πρόβλεψη ούτε να μετατρέψει τις στεγαστικές Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης σε χώρους υποχρεωτικής διαμονής.

Άλλο η εκτέλεση δικαστικής απόφασης και άλλο η εισαγγελική εντολή μετάβασης

Η νομοθεσία προβλέπει ήδη ειδικές περιπτώσεις εισαγγελικής παρέμβασης στο πλαίσιο της ψυχιατρικής φροντίδας. Ειδικότερα, ο ν. 4509/2017 ρυθμίζει την εκτέλεση δικαστικά επιβληθέντων θεραπευτικών μέτρων και στο άρθρο 10 περιλαμβάνει, μεταξύ των δυνατών μορφών εξατομικευμένης θεραπευτικής αντιμετώπισης, τη διαβίωση σε Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, όπως Οικοτροφεία, Ξενώνες και Προστατευμένα Διαμερίσματα. Παράλληλα, το άρθρο 12 του ίδιου νόμου προβλέπει την έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας για την έναρξη εκτέλεσης των μέτρων αυτών.

Στην περίπτωση αυτή, όμως, η εισαγγελική παρέμβαση εντάσσεται στη διαδικασία εκτέλεσης προηγούμενης ποινικής δικαστικής απόφασης. Δεν πρόκειται για γενική εξουσία του εισαγγελέα να αποφασίζει αυτοτελώς την τοποθέτηση ανθρώπων σε στεγαστικές δομές.

Αντίστοιχα, η πρόβλεψη του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 2716/1999, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 5129/2024, για τη λειτουργία ειδικών Μονάδων Ψυχικής Υγείας ψυχιατροδικαστικού χαρακτήρα, ακόμη και από μη κερδοσκοπικά Ν.Π.Ι.Δ., δεν συνεπάγεται ότι όλες οι στεγαστικές Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης υπάγονται σε ένα τέτοιο ειδικό καθεστώς.

Επομένως, η ύπαρξη συγκεκριμένων νομοθετικών προβλέψεων για την εκτέλεση δικαστικών θεραπευτικών μέτρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεμελιώνει γενική εισαγγελική αρμοδιότητα τοποθέτησης σε Οικοτροφεία, Ξενώνες και Προστατευμένα Διαμερίσματα.

Εάν η νέα υπουργική απόφαση αναφέρεται αποκλειστικά σε τέτοιες ειδικές περιπτώσεις, θα έπρεπε να το διευκρινίζει. Εάν, αντιθέτως, επιδιώκει να καθιερώσει γενική δυνατότητα τοποθέτησης σε στεγαστικές δομές κατόπιν εισαγγελικής εντολής, ανεξάρτητα από προηγούμενη δικαστική απόφαση ή άλλη ειδική νομοθετική βάση, ακόμη και αν αυτό εξυπηρετεί την αποσυμφόρηση των ψυχιατρικών νοσοκομείων, ανακύπτει σοβαρό ζήτημα υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αλλά και ζήτημα προστασίας της προσωπικής ελευθερίας.

Η αποϊδρυματοποίηση δεν είναι απλώς αλλαγή κτιρίου

Πέρα, όμως, από το ζήτημα της νομιμότητας, υπάρχει και μια ουσιαστικότερη αντίφαση.

Ο Θοδωρής Μεγαλοοικονόμου, ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν στην προσπάθεια αποϊδρυματοποίησης της Λέρου, είχε επισημάνει ότι η Λέρος «ήταν πραγματικά όχι ένας τόπος αλλά ένας τρόπος». Ένας τρόπος λειτουργίας της ψυχιατρικής, που δεν περιορίζεται στους τοίχους ενός ιδρύματος, αλλά μπορεί να αναπαραχθεί ακόμη και μέσα στις κοινοτικές δομές. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αποϊδρυματοποίηση δεν εξαντλείται στη μεταφορά των ανθρώπων από τα μεγάλα ψυχιατρικά ιδρύματα σε μικρότερες δομές μέσα στην κοινότητα. Προϋποθέτει και μια διαφορετική αντίληψη για τον άνθρωπο με ψυχική διαταραχή, όχι ως παθητικό αποδέκτη φροντίδας και αποφάσεων που λαμβάνονται ερήμην του, ακόμη και όταν αυτές αποσκοπούν στην αποασυλοποίησή του, αλλά ως πρόσωπο με δικαιώματα και δυνατότητα να αποφασίζει για την ίδια του τη ζωή.

Εάν, λοιπόν, η διαμονή σε μια στεγαστική δομή μπορεί να επιβάλλεται με εισαγγελική εντολή, χωρίς σαφώς καθορισμένες νομοθετικές προϋποθέσεις και εγγυήσεις, δημιουργείται ο κίνδυνος να μεταφερθούν στην κοινοτική ψυχιατρική πρακτικές που η ίδια η ψυχιατρική μεταρρύθμιση, τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων, επιδίωξε να υπερβεί.

Το γεγονός ότι ένα Οικοτροφείο ή ένα Προστατευμένο Διαμέρισμα βρίσκεται μέσα στον οικιστικό ιστό και δεν διαθέτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός ψυχιατρικού ιδρύματος δεν αρκεί, από μόνο του, για να διασφαλίσει τον αποϊδρυματοποιητικό του χαρακτήρα. Καθοριστική σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι που διαβιούν σε αυτό. Οι στεγαστικές δομές είναι, πρωτίστως, τα σπίτια των ενοίκων τους, και η επιλογή του τόπου διαβίωσης ενός ανθρώπου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλό ζήτημα διοικητικής ή θεραπευτικής διαχείρισης.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν ο εισαγγελέας μπορεί να παρεμβαίνει σε περιπτώσεις που προβλέπει ειδικά ο νόμος, αλλά εάν μια υπουργική απόφαση μπορεί, με μια τόσο γενική διατύπωση, να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο υποχρεωτικής τοποθέτησης ανθρώπων σε στεγαστικές Μονάδες Ψυχικής Υγείας, ανεξάρτητα από τη βούλησή τους και χωρίς ειδική νομοθετική πρόβλεψη.

Και, τελικά, πώς συμβιβάζεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο με τον νομοθετικά κατοχυρωμένο σκοπό της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και της κοινωνικής επανένταξης;


____________

Πίνακας: "Open Doors" (Ανοιχτές Πόρτες), 1905, του Δανού ζωγράφου Vilhelm Hammershøi (1864-1916).

"

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Επαγγελματίες ψυχικής υγείας: Λογιστές με υπουργική απόφαση;

Η νέα υπουργική απόφαση για τις στεγαστικές Μονάδες Ψυχικής Υγείας και η πραγματικότητα των υποστελεχωμένων δημόσιων δομών

Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση είχε εξαρχής ως θεμελιώδη σκοπό τη μετάβαση από το ψυχιατρικό άσυλο στην κοινοτική φροντίδα, με στόχο την ενίσχυση της αυτονομίας, της αξιοπρέπειας και της κοινωνικής συμμετοχής των ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές. Με τη νέα υπουργική απόφαση Γ3β/Γ.Π.οικ.44413/2026 (ΦΕΚ Β΄ 6132/9.10.2026), η οποία αντικαθιστά το μεγαλύτερο μέρος του κανονιστικού πλαισίου που ίσχυε από το 2000 με την ΥΑ Υ5β/Γ.Π.οικ.876/16.5.2000 (ΦΕΚ Β΄ 661/23.5.2000), επιχειρείται, υποτίθεται, ο εκσυγχρονισμός της οργάνωσης και λειτουργίας των Οικοτροφείων, των Ξενώνων και των Προστατευμένων Διαμερισμάτων, καθώς και η διασφάλιση της διαφάνειας στη διαχείριση των χρημάτων των ενοίκων τους.

Η απόφαση περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, προβλέψεις για την προστασία των δικαιωμάτων των ωφελουμένων, την οικονομική τους αυτονομία και την υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων. Πίσω, όμως, από τις διακηρύξεις αυτές, οι διατάξεις των άρθρων 22 και 23, που αφορούν τη διαχείριση των εισοδημάτων των ωφελουμένων, διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό σύστημα οικονομικής καταγραφής, διαχείρισης και ελέγχου, την εφαρμογή του οποίου επωμίζονται οι ίδιες οι θεραπευτικές ομάδες. Και αυτό, ενώ οι δημόσιες Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης ήδη λειτουργούν υπό συνθήκες σοβαρής υποστελέχωσης και χωρίς επαρκή διοικητική υποστήριξη.

Αντί, λοιπόν, η Πολιτεία να ενισχύσει τις δημόσιες δομές με το αναγκαίο θεραπευτικό και διοικητικό προσωπικό, προσθέτει λογιστικά καθήκοντα στους ήδη εξουθενωμένους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

 

Η οικονομική αυτονομία και η ανάγκη διαφάνειας

Η νέα υπουργική απόφαση αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα των ωφελούμενων να αποφασίζουν αυτόνομα για τη διάθεση των εισοδημάτων τους, προβλέποντας ότι όσοι τα διαχειρίζονται αυτοτελώς μπορούν να πραγματοποιούν αγορές της επιλογής τους, χωρίς άλλους περιορισμούς πέραν όσων προβλέπονται από τον νόμο ή τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις. Αναγνωρίζει, επίσης, ότι η εποπτεία της Πολυκλαδικής Θεραπευτικής Ομάδας δεν υποκαθιστά τη δικαιοπρακτική τους ικανότητα.

Εξίσου αναγκαία είναι, ασφαλώς, η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των ωφελούμενων. Η αποτροπή φαινομένων υπεξαίρεσης, αδιαφανούς διαχείρισης ή χρησιμοποίησης των χρημάτων τους για ανάγκες τρίτων προϋποθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου.

Η ανάγκη οικονομικής διαφάνειας, δηλαδή, δεν αμφισβητείται. Εκείνο όμως που τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι ο τρόπος με τον οποίο η Πολιτεία επιλέγει να την εξασφαλίσει και, κυρίως, το ποιοι καλούνται να επωμιστούν το βάρος της εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων.

 

Από τη θεραπευτική φροντίδα στην τήρηση λογιστικών βιβλίων

Το άρθρο 22 καθιερώνει ένα εκτεταμένο σύστημα οικονομικής παρακολούθησης, καταγραφής και λογοδοσίας. Ειδικότερα, ανάλογα με τη διαδικασία διαχείρισης στην οποία υπάγεται κάθε ωφελούμενος, προβλέπονται:

1. Ειδικό βιβλίο εσόδων και εξόδων, με χωριστή παρακολούθηση των οικονομικών κινήσεων κάθε ωφελούμενου.

2. Ξεχωριστός φάκελος παραστατικών για κάθε ωφελούμενο, στον οποίο αρχειοθετούνται τα δικαιολογητικά των οικονομικών συναλλαγών.

3. Φύλλο Καταγραφής Ατομικών Δαπανών Ενοίκου, για την καταχώριση των σχετικών οικονομικών ενεργειών.

4. Καταγραφές στο Ατομικό Θεραπευτικό Πρόγραμμα των ενεργειών υποστήριξης, των παρεμβάσεων της θεραπευτικής ομάδας και της προόδου του ωφελούμενου ως προς την ανάπτυξη οικονομικών δεξιοτήτων.

5. Τριμηνιαίες αναφορές του Προσώπου Αναφοράς προς την Επιτροπή Διαχείρισης Εισοδημάτων.

6. Εξαμηνιαίες αναφορές της Επιτροπής Διαχείρισης Εισοδημάτων προς τον Επιστημονικά Υπεύθυνο.

7. Ετήσιες απολογιστικές εκθέσεις οικονομικής διαχείρισης προς την Πενταμελή Επιτροπή Ελέγχου της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας.

Στις παραπάνω υποχρεώσεις προστίθενται η εξαμηνιαία επαναξιολόγηση της ικανότητας και του βαθμού οικονομικής διαχείρισης κάθε ωφελούμενου, η ετήσια επανεξέταση της υπαγωγής του στη διαδικασία διαχείρισης από την Επιτροπή, καθώς και η υποχρέωση παροχής αναλυτικής ενημέρωσης και πρόσβασης στα στοιχεία της οικονομικής του διαχείρισης.

Βιβλία, φάκελοι, παραστατικά, καταγραφές, τριμηνιαίες και εξαμηνιαίες αναφορές, ετήσιοι απολογισμοί και επιτροπές ελέγχου. Ένα ολόκληρο σύστημα οικονομικής διοίκησης, το οποίο η Πολιτεία αναθέτει στις θεραπευτικές ομάδες, σαν να μην έχουν ήδη επωμιστεί το βάρος της καθημερινής φροντίδας των ωφελουμένων και της προσπάθειας για την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και επανένταξή τους.

Αξίζει, στο σημείο αυτό, να επισημανθεί μια χαρακτηριστική αντίφαση. Η ίδια υπουργική απόφαση που διευκρινίζει ότι το Πρόσωπο Αναφοράς δεν ασκεί διαχειριστικό, λογιστικό ή ελεγκτικό ρόλο επί των οικονομικών του ωφελουμένου, του αναθέτει ταυτόχρονα υποχρεώσεις οικονομικής καταγραφής και σύνταξης περιοδικών αναφορών. Παράλληλα, η Επιτροπή Διαχείρισης Εισοδημάτων, η οποία συγκροτείται από μέλη της θεραπευτικής ομάδας, καλείται να αναλάβει ουσιαστικές αρμοδιότητες οικονομικής διαχείρισης.

Η εκπαίδευση ενός ωφελουμένου ώστε να μπορεί να διαχειρίζεται ο ίδιος τα χρήματά του συνιστά, πράγματι, αποκαταστασιακό έργο. Η τήρηση, όμως, οικονομικών βιβλίων, η ταξινόμηση αποδείξεων και η σύνταξη οικονομικών απολογισμών από τη θεραπευτική ομάδα τι ακριβώς συνιστούν; Θεραπευτικό έργο ή λογιστική εργασία;

Φαίνεται πως η Πολιτεία μετατρέπει τις Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης σε μικρά λογιστήρια και, ακολουθώντας τη γνωστή τακτική της, μεταθέτει τις δικές της ευθύνες στις θεραπευτικές ομάδες, χωρίς να εξηγεί, όπως θα όφειλε, ποιος θα αναλάβει την εκτέλεση των νέων υποχρεώσεων, με ποιο προσωπικό και με ποιους πόρους.

 

Η υποστελέχωση παραμένει, οι λογιστικές υποχρεώσεις αυξάνονται

Η πραγματική διάσταση του προβλήματος αποκαλύπτεται, κυρίως, στις δημόσιες Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης. Πρόκειται για δομές στις οποίες η έλλειψη διοικητικής και λογιστικής υποστήριξης συνυπάρχει συχνά με σοβαρές ελλείψεις θεραπευτικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Επαγγελματίες ψυχικής υγείας που καλούνται καθημερινά να καλύπτουν βάρδιες, να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ενοίκων, να διαχειρίζονται κρίσεις και να υλοποιούν θεραπευτικά προγράμματα, επιφορτίζονται πλέον και με πρόσθετα καθήκοντα οικονομικής διαχείρισης, τήρησης λογιστικών βιβλίων και σύνταξης οικονομικών αναφορών.

Ποιος θα τηρεί τα βιβλία; Ο νοσηλευτής που προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες μιας ολόκληρης βάρδιας; Ο κοινωνικός λειτουργός που ήδη καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλές ανάγκες των ωφελουμένων; Ο ψυχολόγος ή ο εργοθεραπευτής που καλείται να διατηρήσει, παρά τις ελλείψεις, ένα στοιχειώδες πρόγραμμα θεραπευτικών και αποκαταστασιακών παρεμβάσεων; Ή μήπως ο ψυχίατρος θα πρέπει, εκτός από την κλινική του ευθύνη, να επιβλέπει και την οικονομική λογοδοσία της Μονάδας;

Πότε ακριβώς θα ασκούν τα θεραπευτικά τους καθήκοντα; Και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη εάν η πρόσθετη γραφειοκρατία, απορροφώντας ολοένα περισσότερο από τον ήδη περιορισμένο χρόνο που διατίθεται για τη φροντίδα και την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση των ωφελουμένων, οδηγήσει σταδιακά στη μετατροπή των Μονάδων σε μικρά άσυλα, ακυρώνοντας στην πράξη τον ίδιο τον σκοπό της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης;

Η αποϊδρυματοποίηση, άλλωστε, δεν εξαντλείται στη μεταφορά των ανθρώπων από τα μεγάλα ψυχιατρικά ιδρύματα σε μικρότερες στεγαστικές δομές. Όπως ανέδειξε ο Φράνκο Μπαζάλια και, στην ελληνική πραγματικότητα, ο Θοδωρής Μεγαλοοικονόμου, το ουσιαστικό ζητούμενο είναι η υπέρβαση της ιδρυματικής λογικής και η διαμόρφωση σχέσεων φροντίδας που αναγνωρίζουν τον άνθρωπο ως υποκείμενο δικαιωμάτων, επιθυμιών και επιλογών. Όταν, όμως, η καθημερινότητα μιας Μονάδας οργανώνεται ολοένα και περισσότερο γύρω από διοικητικές διαδικασίες, καταγραφές και ελέγχους, περιορίζοντας τον χρόνο για ουσιαστική θεραπευτική σχέση, ανακύπτει ο κίνδυνος αναπαραγωγής της ιδρυματικής λογικής ακόμη και έξω από τα τείχη του ψυχιατρείου.

 

Έλεγχος χωρίς επαρκή μέσα και εγγυήσεις ανεξαρτησίας

Το άρθρο 23 της ίδιας υπουργικής απόφασης προβλέπει τη σύσταση, σε κάθε Υγειονομική Περιφέρεια, άμισθης Πενταμελούς Επιτροπής Ελέγχου Οικονομικής Διαχείρισης, αποτελούμενης από ήδη υπηρετούντες υπαλλήλους. Η Επιτροπή αναλαμβάνει τη διενέργεια δειγματοληπτικών ελέγχων στις Μονάδες, την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και τη σύνταξη πρακτικών ελέγχου και ετήσιων απολογιστικών εκθέσεων.

Πρόκειται για πρόσθετες ελεγκτικές αρμοδιότητες, χωρίς πρόβλεψη ειδικής στελέχωσης ή διοικητικής υποστήριξης και, κατά κανόνα, με μία μόνο Επιτροπή ανά Υγειονομική Περιφέρεια. Πώς θα εξασφαλιστεί ουσιαστικός έλεγχος τόσων Μονάδων από υπαλλήλους που εξακολουθούν να ασκούν παράλληλα τα κύρια υπηρεσιακά τους καθήκοντα; Επιπλέον, πόσο ανεξάρτητος μπορεί να είναι ένας ελεγκτικός μηχανισμός που συγκροτείται και λειτουργεί εντός της ίδιας διοικητικής ιεραρχίας με τις δημόσιες Μονάδες που καλείται να ελέγξει;

Τέλος, η απόφαση δεν εξειδικεύει τη διαδικασία αντιμετώπισης των παρατυπιών που ενδεχομένως διαπιστωθούν ούτε τον τρόπο παρακολούθησης της αποκατάστασής τους. Έτσι, η Πολιτεία προσθέτει έναν ακόμη μηχανισμό καταγραφής και ελέγχου, χωρίς να διασφαλίζει επαρκώς τις προϋποθέσεις ουσιαστικής λειτουργίας του και αποτελεσματικής προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των ωφελουμένων.


Η διαφάνεια δεν μετριέται με τον αριθμό των εντύπων

Ένα αποτελεσματικό σύστημα οικονομικού ελέγχου πρέπει να εξασφαλίζει ότι κάθε συναλλαγή είναι τεκμηριωμένη, ότι τα χρήματα κάθε ωφελουμένου παραμένουν διακριτά και ότι η διαδρομή τους μπορεί να ελεγχθεί. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όσο περισσότερα βιβλία, έντυπα και αναφορές επιβάλλονται τόσο μεγαλύτερη είναι και η διαφάνεια.

Η υπερβολική γραφειοκρατία δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση προστασίας. Αντίθετα, μπορεί να καταλήξει σε μια ατέρμονη διαδικασία τυπικής συμμόρφωσης, όπου το ζητούμενο δεν θα είναι πλέον η ουσιαστική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των ωφελουμένων, αλλά η ορθή συμπλήρωση των προβλεπόμενων εγγράφων.

Η ύπαρξη παραστατικών, η χωριστή παρακολούθηση των χρημάτων κάθε ωφελουμένου και ο ουσιαστικός εξωτερικός έλεγχος μπορούν να εξασφαλίσουν τη διαφάνεια χωρίς να μετατρέπονται οι θεραπευτικές ομάδες σε υπηρεσίες οικονομικής διαχείρισης.

 

Ποιος νομιμοποιείται να διαχειρίζεται τα χρήματα των ωφελουμένων;

Πέρα από τις πρακτικές δυσκολίες εφαρμογής, η νέα ρύθμιση αναδεικνύει και ένα σοβαρό νομικό ζήτημα. Το άρθρο 22 προβλέπει ότι, όταν ο ωφελούμενος δεν μπορεί να διαχειριστεί τα εισοδήματά του ούτε με υποστήριξη και δεν υπάρχει δικαστικός συμπαραστάτης, η Επιτροπή Διαχείρισης Εισοδημάτων αναλαμβάνει τη διαχείρισή τους για την πραγματοποίηση ατομικών δαπανών.

Η πρόβλεψη αυτή επιχειρεί να αντιμετωπίσει μια υπαρκτή ανάγκη. Ωστόσο, η διαπίστωση από τη θεραπευτική ομάδα ότι ένας ωφελούμενος αδυνατεί να διαχειριστεί τα εισοδήματά του, ακόμη και με υποστήριξη, δεν ισοδυναμεί με περιορισμό της δικαιοπρακτικής του ικανότητας ούτε θεμελιώνει αυτομάτως εξουσία τρίτων να διαχειρίζονται την περιουσία του.

Σε ποια νομοθετική εξουσιοδότηση στηρίζεται άραγε η ανάθεση αυτής της αρμοδιότητας στην Επιτροπή; Ποια είναι τα όρια της διαχείρισής της; Και ποιες εγγυήσεις διασφαλίζουν ότι η υποστήριξη δεν μετατρέπεται σε υποκατάσταση της βούλησης του ωφελουμένου; Πρόκειται για ερωτήματα που δεν μπορούν να παραμερίζονται στο όνομα της διοικητικής διευκόλυνσης.

Η ανάγκη προστασίας ενός ανθρώπου, όσο πραγματική και επιτακτική κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να νομιμοποιήσει τρίτους να αποφασίζουν για τη διαχείριση της περιουσίας του.

 

Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν γίνεται με λογιστικά βιβλία

Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν εξαντλείται στη θέσπιση κανονιστικών υποχρεώσεων, στη συγκρότηση επιτροπών και στη συμπλήρωση εντύπων. Προϋποθέτει επαρκώς στελεχωμένες Μονάδες, επαγγελματίες με χρόνο για ουσιαστική θεραπευτική σχέση και ανθρώπους που υποστηρίζονται ώστε να αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία στην καθημερινή τους ζωή.

Η οικονομική διαφάνεια αποτελεί αναγκαία εγγύηση προστασίας των ωφελουμένων. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη συνεχή μετακύλιση νέων διοικητικών καθηκόντων στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, την ώρα που οι δημόσιες δομές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Αν η Πολιτεία θεωρεί αναγκαίο ένα τόσο αναλυτικό σύστημα οικονομικής διαχείρισης και ελέγχου, οφείλει να εξασφαλίσει και τα μέσα εφαρμογής του, ενισχύοντας τις Μονάδες, ιδίως τις δημόσιες, με το αναγκαίο θεραπευτικό, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό.

Γιατί, τελικά, υπάρχει ο κίνδυνος να αποκτήσουμε Μονάδες με υποδειγματικά συμπληρωμένα οικονομικά βιβλία, αλλά με ολοένα λιγότερο χρόνο διαθέσιμο για την ουσιαστική φροντίδα, την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και την κοινωνική επανένταξη των ανθρώπων που διαμένουν σε αυτές. Και τότε το ερώτημα που τίθεται αναπόφευκτα είναι: ποιον ακριβώς υπηρετεί αυτή η εκδοχή της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης;



_______________________

Πίνακας: René Magritte (1898-1967), La condition humaine (1933). Η εικόνα της πραγματικότητας και η πραγματικότητα πίσω από την εικόνα.