Η παραίτησή του συνοδεύτηκε από δηλώσεις περί «μεγάλης αποτελεσματικότητας» και «συνέχισης της λεγόμενης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», αλλά και από δημόσιους επαίνους για τη «σημαντική προσφορά» του και τις «θεσμικές αλλαγές», που φέρεται να προωθούσε. Όμως, αποσιωπάται ότι η αποχώρησή του δεν ήταν η φυσική κατάληξη μιας ευδόκιμης θητείας, αλλά συνέπεια της εμπλοκής του ονόματός του στη δεύτερη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και αντί να τεθεί το εύλογο ερώτημα: ποια ακριβώς ήταν η σχέση ενός υφυπουργού Υγείας με την υπόθεση αυτή, το γεγονός προσπερνάται σχεδόν αδιάφορα, σαν να αφορά κάποιο άλλο πρόσωπο.
Εδώ, όμως, δεν θα μας απασχολήσει ο
ΟΠΕΚΕΠΕ. Θα μας απασχολήσει το «έργο» του κυρίου Βαρτζόπουλου στον ευαίσθητο
χώρο των της ψυχικής υγείας. Και, ιδίως, αν η πολιτική που εφάρμοσε ενίσχυσε ή
αποδυνάμωσε τις θεσμικές εγγυήσεις ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων των
ψυχικά ασθενών.
Και εδώ η απάντηση δεν είναι
καθόλου κολακευτική.
Η πλέον αποκαλυπτική έκφραση αυτής
της μετατόπισης ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η Ειδική Επιτροπή
Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, ο
μοναδικός θεσμικός μηχανισμός ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων των ληπτών
υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με αρμοδιότητες που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις
συνθήκες διαβίωσης στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας, την προστασία των
νοσηλευομένων, την παρακολούθηση της ακούσιας νοσηλείας και την πρόσβαση σε ιατρικά
αρχεία.
Η Επιτροπή αυτή είχε συγκροτηθεί
τον Σεπτέμβριο του 2022[1], με πενταετή
θητεία. Παρέμεινε, όμως, στην πράξη ανενεργή και επί υφυπουργίας του κυρίου
Βαρτζόπουλου, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιούνιο του 2023. Συνολικά,
δηλαδή, η Επιτροπή τελούσε σε αδράνεια για περισσότερο από τρία χρόνια,
παρά τις δημόσιες δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας και του ίδιου του πρώην
υφυπουργού.
Η παρατεταμένη αυτή αδράνεια
καταγγέλθηκε δημόσια τόσο από την ΕΣΑμεΑ όσο και από συλλογικότητες ληπτών
υπηρεσιών, οικογενειών, επαγγελματιών ψυχικής υγείας και πολιτών, οι οποίοι
έκαναν λόγο για σοβαρό θεσμικό κενό ελέγχου και ουσιαστική υποβάθμιση των εγγυήσεων
προστασίας. Και πράγματι, η σημασία του γεγονότος αυτού είναι ιδιαίτερα κρίσιμη.
Διότι, επί μια τριετία και πλέον, ο εγγυητικός μηχανισμός προστασίας των
δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών παρέμεινε ουσιαστικά αδρανής. Αυτό σημαίνει ότι ο
έλεγχος ήταν ανύπαρκτος, η λογοδοσία εξασθενημένη και οι ψυχικά πάσχοντες,
δηλαδή οι πιο ευάλωτοι συμπολίτες μας, έμειναν χωρίς αποτελεσματικό θεσμικό
αντίβαρο απέναντι στην αυθαιρεσία του συστήματος.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ο
κύριος Βαρτζόπουλος δεν επέλεξε να ενεργοποιήσει την ήδη συγκροτημένη από το
2022 Επιτροπή. Αντίθετα, ενώ αυτή παρέμενε ανενεργή, προχώρησε, στις 31
Οκτωβρίου 2025, στην τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 2716/1999 με το άρθρο 88
του ν. 5243/2025. Με τη ρύθμιση αυτή αφαιρέθηκαν από την ονομασία της Επιτροπής
οι όροι «Ειδική» και «Ελέγχου», μεταβλήθηκαν οι αρμοδιότητές της, τροποποιήθηκε
η σύνθεσή της και αυξήθηκαν τα μέλη της από εννέα σε δεκαπέντε[2]. Η νέα
Επιτροπή συγκροτήθηκε τον Μάρτιο του 2026[3].
Οι μεταβολές αυτές δεν είχαν απλώς
οργανωτικό χαρακτήρα. Αλλοίωσαν ουσιαστικά τη φυσιογνωμία της Επιτροπής
και αποτύπωσαν τη σαφή υποχώρηση της έννοιας του εξωτερικού και ανεξάρτητου
ελέγχου. Στη θέση ενός μηχανισμού με καθαρά ελεγκτική αποστολή διαμορφώθηκε ένα
σχήμα περισσότερο συμβουλευτικό, περισσότερο ενσωματωμένο στη διοίκηση και
περισσότερο εξαρτημένο από την ίδια την πολιτική εξουσία που όφειλε να ελέγχει.
Η ακολουθία αυτή έχει από μόνη της
ιδιαίτερο θεσμικό βάρος. Πρώτα αδρανοποιήθηκε στην πράξη η ήδη υφιστάμενη
Επιτροπή ως ελεγκτικός μηχανισμός. Στη συνέχεια, αλλοιώθηκε νομοθετικά το σχήμα
και οι αρμοδιότητές της προς ένα μοντέλο λιγότερο καθαρά ελεγκτικό και
περισσότερο διοικητικά ενσωματωμένο. Πρόκειται, επομένως, για κλασική περίπτωση
θεσμικής υποχώρησης. Και η υποχώρηση αυτή συνδέεται, κατά τη γνώμη μας, με τον
συνολικότερο προσανατολισμό της πολιτικής του κυρίου Βαρτζόπουλου.
Η περιβόητη «μεταρρύθμιση» δεν
ενίσχυσε την ανεξαρτησία των θεσμών προστασίας ούτε οδήγησε σε ισχυρότερη
λογοδοσία. Με άλλα λόγια, δεν οδήγησε σε κατοχύρωση των δικαιωμάτων των
ψυχικά ασθενών. Αντίθετα, οδήγησε σε ένα σχήμα όπου ο έλεγχος απουσιάζει, η
προστασία ενσωματώνεται και η διοίκηση επιβλέπει τελικά τον ίδιο της τον εαυτό.
Αυτόν ακριβώς τον προσανατολισμό
ανέδειξαν, επανειλημμένα, και οι δημόσιες παρεμβάσεις συλλογικοτήτων και
επαγγελματιών της ψυχικής υγείας. Στις παρεμβάσεις αυτές αποδίδονται στον κύριο
Βαρτζόπουλο συγκεκριμένες αντιλήψεις και πολιτικές επιλογές, οι οποίες
συγκλίνουν σε έναν κοινό πυρήνα: στη μετατόπιση της ψυχικής υγείας από το
πεδίο της φροντίδας στο πεδίο της διαχείρισης, της επιτήρησης και του
κοινωνικού ελέγχου.
Ειδικότερα, του καταλογίζεται ότι
προώθησε μια «βιολογιστική και στιγματιστική θεώρηση της ψυχικής νόσου», η
οποία τείνει να συνδέει τον ψυχικά πάσχοντα με την επιθετικότητα, την
εγκληματικότητα και την κοινωνική επικινδυνότητα. Μια τέτοια αντίληψη δεν
αποτελεί απλώς επιστημονική ή ιδεολογική οπισθοδρόμηση. Ενισχύει το στίγμα και
παραμερίζει κάθε θεραπευτική, κοινωνική και σχεσιακή κατανόηση της ψυχικής
οδύνης, μετατρέποντας τον ψυχικά πάσχοντα από υποκείμενο δικαιωμάτων σε
αντικείμενο επιτήρησης.
Παράλληλα, του αποδίδεται η
προώθηση ενός «κατασταλτικού μοντέλου ψυχικής υγείας», με έμφαση σε δομές
αυξημένης ασφαλείας, σε ειδικά τμήματα για «ακαταλόγιστους» και, γενικότερα, σε
ένα πλαίσιο όπου προέχει ο εγκλεισμός, η φύλαξη και ο έλεγχος αντί για τη
θεραπεία, την ανάρρωση και την κοινοτική φροντίδα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και
η κριτική ότι αντιμετώπισε την ψυχιατρική περισσότερο ως μηχανισμό δημόσιας
τάξης παρά ως πεδίο προστασίας και φροντίδας.
Εξίσου σοβαρές υπήρξαν οι αιτιάσεις
για την «ιδιωτικοοικονομική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», με
αποδυνάμωση του δημόσιου χαρακτήρα τους, ελαστικοποίηση των όρων λειτουργίας
και υποβάθμιση υπαρχουσών δομών. Η κριτική αυτή συνδέθηκε, επίσης, με την
υποστελέχωση των δημόσιων ψυχιατρικών υπηρεσιών, τη διάλυση κρίσιμων δομών
πρόληψης και την προώθηση ενός μοντέλου στο οποίο η διοικητική διαχείριση
υπερισχύει της θεραπευτικής συνέχειας.
Ιδιαίτερη θέση στην κριτική αυτή
κατέχει και η «αστυνομοποίηση της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης». Δεν
πρόκειται απλώς για μια διοικητική επιλογή, αλλά για χαρακτηριστικό παράδειγμα
της ίδιας λογικής: της μεταφοράς του κέντρου βάρους από την προστασία του
ψυχικά ασθενούς στη διαχειριστική διευκόλυνση του συστήματος. Έτσι, ο
κοινός πυρήνας των παραπάνω παρεμβάσεων είναι σαφής: ο ψυχικά πάσχων παύει να
αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως πρόσωπο που χρειάζεται θεραπεία, υποστήριξη και
εγγυήσεις δικαιωμάτων, και μετακινείται όλο και περισσότερο στη θέση του
αντικειμένου διοικητικής διαχείρισης.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει, άλλωστε,
τις δηλώσεις[4] του πρώην
υφυπουργού περί «επιθετικής και δολοφονικής κληρονομικότητας», όταν δήλωνε για
τον «επιθετικό» ότι «είναι επιθετικός επειδή είναι γεννημένος επιθετικός», ότι
«γεννιέται από γονείς που έχουν μια επιθετική συμπεριφορά»[5], ότι «είναι
στη φύση του αρσενικού να είναι επιθετικό» και ότι «η γυναικοκτονία έχει
βιολογική βάση»;
Ούτε, βεβαίως, μπορεί να αγνοηθεί η
προώθηση δομών «υψηλής ασφαλείας» και ψυχιατροδικαστικών μονάδων, μέσα από μια
αντίληψη που αντιμετωπίζει τον ψυχικά πάσχοντα πρωτίστως ως επικίνδυνο πρόσωπο
που πρέπει να ελεγχθεί και να περιοριστεί.
Στην προαναφερθείσα «αστυνομοποίηση
της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης» διακρίνεται καθαρά το ίδιο μοτίβο.
Συγκεκριμένα, η εγκύκλιος Βαρτζόπουλου της 1ης Φεβρουαρίου 2024 για τη διαδικασία
εισαγωγής ατόμων κατόπιν εισαγγελικών εντολών[6] επικαλείται
ρητά τη «διαφύλαξη των δικαιωμάτων των προσαγομένων», αλλά στην πράξη
προώθησε την άμεση αποδέσμευση των αστυνομικών, με τη μετακύλιση της ευθύνης
για την περαιτέρω διαχείριση του περιστατικού στους εφημερεύοντες ψυχιάτρους
των νοσηλευτικών μονάδων.
Όμως η αποδέσμευση αυτή, με βάση το
ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, προϋπέθετε λειτουργικές κοινοτικές μονάδες ψυχικής
υγείας και ασφαλή υποδοχή από κατάλληλο προσωπικό. Όταν αυτές οι προϋποθέσεις
δεν είχαν υλοποιηθεί και όταν η κατ’ εξαίρεση αστυνομική μεταφορά παρέμενε στην
πράξη ο κανόνας, η επίκληση των δικαιωμάτων λειτουργούσε περισσότερο ως
ρητορικό κάλυμμα παρά ως πραγματική εγγύηση. Η ίδια εγκύκλιος είχε προκαλέσει
τότε αντιδράσεις από εργαζομένους και από την Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία,
λόγω των κινδύνων για την ασφάλεια ασθενών και προσωπικού.
Ένα από τα κεντρικά προβλήματα της
θητείας του κυρίου Βαρτζόπουλου ήταν ότι η γλώσσα των δικαιωμάτων
χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα, όχι για να ενισχυθούν οι πραγματικοί όροι
προστασίας, αλλά για να διευκολυνθεί η διοικητική αποφόρτιση του κράτους,
να μετατεθεί το βάρος στις ήδη εξουθενωμένες ψυχιατρικές μονάδες και να
ευνοηθεί η διολίσθηση προς λύσεις ιδιωτικής φύλαξης και διαχειριστικής
υποκατάστασης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η ρητορική της μεταρρύθμισης
διαψεύδεται από τα όσα πραγματικά συνέβησαν.
Από την ίδια σκοπιά πρέπει να
ιδωθεί και ο δημόσιος έπαινος για τις «νέες μονάδες» και τις «θεσμικές
παρεμβάσεις». Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι πόσες μονάδες εξαγγέλθηκαν ή
ιδρύθηκαν, αλλά με ποιο σχέδιο, με ποια κριτήρια, με ποια διαφάνεια, με ποια
βιωσιμότητα και με ποια σχέση προς τα δικαιώματα των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής
υγείας. Η κριτική που διατυπώθηκε δημόσια, ακόμη και από ανθρώπους του χώρου,
σε σχετική συζήτηση στο διαδίκτυο, ήταν ακριβώς αυτή: ότι οι μονάδες
πολλαπλασιάστηκαν χωρίς επαρκή στρατηγικό σχεδιασμό, χωρίς σαφές σύστημα
οργάνωσης και χωρίς πραγματική ένταξη σε λειτουργικό δημόσιο δίκτυο.
Το τελικό συμπέρασμα είναι
προφανές.
Η περίοδος Βαρτζόπουλου δεν άφησε
πίσω της μια μεταρρύθμιση προσανατολισμένη στα δικαιώματα, αλλά μια βαριά σκιά
πάνω στην ανεξαρτησία του ελέγχου, στη λειτουργία των εγγυητικών θεσμών και
στην ίδια τη φιλοσοφία της ψυχικής υγείας ως πεδίου φροντίδας.
Η αδράνεια της Επιτροπής του 2022,
η μεταγενέστερη θεσμική της αναδιάταξη, η χρήση της γλώσσας των δικαιωμάτων για
μέτρα διοικητικής αποφόρτισης, η μετατόπιση από τη θεραπεία προς τη διαχείριση
της «επικινδυνότητας» και η υποτίμηση της ανάγκης πραγματικά ανεξάρτητης
εποπτείας συνθέτουν μια ενιαία εικόνα.
Και από νομική, θεσμική και
δικαιοκρατική άποψη, οι έπαινοι περί «σημαντικού έργου» ακούγονται,
τουλάχιστον, ατυχείς και αμήχανοι.
Έργο είναι κάτι πολύ απλούστερο και
πολύ δυσκολότερο: να κάνεις τον ψυχικά πάσχοντα ασφαλέστερο απέναντι στο ίδιο
το σύστημα.
Και αυτό δεν έγινε.
[1]
βλ. την υπ’ αριθμ. Α1β/Γ.Π.οικ.54002/23-09-2022 ΥΑ με θέμα «Συγκρότηση και
ορισμός μελών στην Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των
Ατόμων με Ψυχικές διαταραχές».
[2]
βλ. σχετική ανάρτηση «Επιτροπή
Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές - Από τον «Έλεγχο»
στη «Βιτρίνα» (Ι) - Ποιος ελέγχει πλέον την προστασία των ψυχικά πασχόντων;».
[3]
βλ. σχετική ανάρτηση «Από τον
“Έλεγχο” στη “Βιτρίνα” (ΙΙ) - Τα πρόσωπα και η θεσμική αυταπάτη της
ανεξαρτησίας».
[4]
Βλ. ολόκληρη η συνέντευξη
εδώ.
[5]
βλ. Τέτοιες αντιλήψεις για την κληρονομικότητα και τα γονίδια σηματοδοτούν,
πέραν των άλλων, και μια επικίνδυνη άγνοια αναφορικά με τις εδώ και αρκετά
χρόνια προόδους των νευροεπιστημών, οι οποίες, εκτός από την επιγενετική (που
αφορά τον μη γραμμικό τρόπο έκφρασης του κάθε γονιδίου) έχουν, επίσης, πέραν
πάσης αμφιβολίας, διαπιστώσει ότι το νευρικό σύστημα διακρίνεται από μια
πλαστικότητα που το κάνει ικανό να διαμορφώνεται υπό την επίδραση του
περιβάλλοντος. Καθώς πλήθος ερευνών και μελετών έχουν επιβεβαιώσει ότι οι πρώιμες
εμπειρίες από το περιβάλλον συμβάλλουν στην αντιληπτική ικανότητα στην ενήλικη
ζωή και ότι υπάρχουν «κριτικές περίοδοι» στην ανάπτυξη του εγκεφάλου όπου το
νευρικό σύστημα είναι «πλαστικό» – έτσι ώστε η μελλοντική του μορφή να πλάθεται
από τον εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο.
[6]
βλ. την υπ’ αρ. πρωτ.: Γ3α/Γ.Π.οικ.6388/1-02-2024
εγκύκλιο του Υφυπουργού Υγείας με θέμα «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΑΤΟΜΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ Ν. 2071/1992»
-1.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου